Δευτέρα 6 Απριλίου 2020


Ακάθιστος ύμνος επικράτησε να λέγεται ένας ύμνος «Κοντάκιο» της Ορθόδοξης Εκκλησίας, προς τιμήν της Υπεραγίας Θεοτόκου, από την όρθια στάση, που τηρούσαν οι πιστοί κατά τη διάρκεια της ψαλμωδίας του. Οι πιστοί έψαλλαν τον Ακάθιστο ύμνο όρθιοι, υπό τις συνθήκες που θεωρείται ότι εψάλη για πρώτη φορά, ενώ το εκκλησίασμα παρακολουθούσε όρθιο κατά την ακολουθία της γιορτής του Ευαγγελισμού, με την οποία συνδέθηκε ο ύμνος.

Ψάλλεται ενταγμένος στο λειτουργικό πλαίσιο της ακολουθίας του Μικρού Αποδείπνου, σε όλους τους Ιερούς Ναούς, τις πέντε πρώτες Παρασκευές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, τις πρώτες τέσσερις τμηματικά, και την πέμπτη ολόκληρος. Είναι ένας ύμνος που αποτελείται από προοίμιο και 24 οίκους (στροφές) σε ελληνική αλφαβητική ακροστιχίδα, από το Α ως το Ω (κάθε οίκος ξεκινά με το αντίστοιχο κατά σειρά ελληνικό γράμμα), και είναι γραμμένος πάνω στους κανόνες της ομοτονίας, ισοσυλλαβίας και εν μέρει της ομοιοκαταληξίας.

Θεωρείται ως ένα αριστούργημα της βυζαντινής υμνογραφίας, η γλώσσα του είναι σοβαρή και ποιητική και είναι εμπλουτισμένος από κοσμητικά επίθετα και πολλά σχήματα λόγου (αντιθέσεις, μεταφορές, κλπ). Το θέμα του είναι η εξύμνηση της ενανθρώπισης του Θεού μέσω της Θεοτόκου, πράγμα που γίνεται με πολλές εκφράσεις χαράς και αγαλλίασης, οι οποίες του προσδίδουν θριαμβευτικό τόνο.

Κατά το έτος 626 μ.Χ., και ενώ ο Αυτοκράτορας Ηράκλειος μαζί με το βυζαντινό στρατό είχε εκστρατεύσει κατά των Περσών, η Κωνσταντινούπολη πολιορκήθηκε αιφνίδια από τους Αβάρους. Οι Άβαροι απέρριψαν κάθε πρόταση εκεχειρίας και την 6η Αυγούστου κατέλαβαν την Παναγία των Βλαχερνών. Σε συνεργασία με τους Πέρσες ετοιμάζονταν για την τελική επίθεση, ενώ ο Πατριάρχης Σέργιος περιέτρεχε τα τείχη της Πόλης με την εικόνα της Παναγίας της Βλαχερνίτισσας και ενθάρρυνε το λαό στην αντίσταση. Τη νύχτα εκείνη, φοβερός ανεμοστρόβιλος, που αποδόθηκε σε θεϊκή επέμβαση, δημιούργησε τρικυμία και κατάστρεψε τον εχθρικό στόλο, ενώ οι αμυνόμενοι προξένησαν τεράστιες απώλειες στους Αβάρους και τους Πέρσες, οι οποίοι αναγκάστηκαν να λύσουν την πολιορκία και να αποχωρήσουν άπρακτοι.

Στις 8 Αυγούστου, η Πόλη είχε σωθεί από τη μεγαλύτερη, ως τότε, απειλή της ιστορίας της. Ο λαός, θέλοντας να πανηγυρίσει τη σωτηρία του, την οποία απέδιδε σε συνδρομή της Θεοτόκου, συγκεντρώθηκε στο Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών. Τότε, κατά την παράδοση, όρθιο το πλήθος έψαλλε τον από τότε λεγόμενο «Ακάθιστο Ύμνο», ευχαριστήρια ωδή προς την υπέρμαχο στρατηγό του Βυζαντινού κράτους, την Παναγία, αποδίδοντας τα «νικητήρια» και την ευγνωμοσύνη του «τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ».

Κατά την επικρατέστερη άποψη, δεν ήταν δυνατό να συνετέθη ο ύμνος σε μία νύκτα. Μάλλον είχε συντεθεί νωρίτερα και μάλιστα θεωρείται ότι ψαλλόταν στο συγκεκριμένο ναό, στην αγρυπνία της 15ης Αυγούστου κάθε χρόνου. Απλώς, εκείνη την ημέρα ο ύμνος εψάλη «ὀρθοστάδην», ενώ αντικαταστάθηκε το ως τότε προοίμιο («Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβὼνἐν γνώσει»), με το ως σήμερα χρησιμοποιούμενο «Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια», το οποίο έδωσε τον δοξολογικό και εγκωμιαστικό τόνο, στον ως τότε διηγηματικό και δογματικό ύμνο.

Σύμφωνα, όμως, με άλλες ιστορικές πηγές, ο Ακάθιστος Ύμνος συνδέεται και με άλλα παρόμοια γεγονότα, όπως τις πολιορκίες και τη σωτηρία της Κωνσταντινούπολης επί των Αυτοκρατόρων Κωνσταντίνου του Πωγωνάτου (673 μ.Χ.), Λέοντος του Ισαύρου (717 - 718 μ.Χ.) και Μιχαήλ Γ΄ (860 μ.Χ.). Δεδομένων των τότε ιστορικών συνθηκών (εικονομαχική έριδα, κλπ.), δεν θεωρείται απίθανο, η Παράδοση να έχει αλλοιώσει την ιστορική πραγματικότητα, με αποτέλεσμα να καθίσταται πολύ δύσκολο να λεχθεί μετά βεβαιότητας ποιο ήταν το ιστορικό περιβάλλον της δημιουργίας του Ύμνου.

Σε όλη τη χειρόγραφη παράδοση, ο ύμνος φέρεται ως ανώνυμος, ενώ ο Συναξαριστής που τον συνδέει με τα γεγονότα του Αυγούστου του 626 μ.Χ. δεν αναφέρει ούτε το χρόνο της σύνθεσής του, ούτε τον μελωδό του. Το περιεχόμενό του πάντως απηχεί τις δογματικές θέσεις της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου (βλέπε 9 Σεπτεμβρίου), που συνήλθε στην Έφεσο, στη βασιλική της Θεοτόκου, το 431 μ.Χ. από τον Αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β΄. Σε αυτήν συμμετείχαν 200 επίσκοποι, ανάμεσα στους οποίους ο Άγιος Κύριλλος Αλεξάνδρειας. Καταδίκασε τις διδαχές του Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Νεστόριου, ο οποίος υπερτόνιζε την ανθρώπινη φύση του Ιησού έναντι της θείας, υποστηρίζοντας ότι η Μαρία γέννησε τον άνθρωπο Ιησού και όχι τον Θεό. Η Σύνοδος διακήρυξε ότι ο Ιησούς είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, με πλήρη ένωση των δύο φύσεων και απέδωσε επίσημα στην Παρθένο Μαρία τον τίτλο «Θεοτόκος». Επομένως, η χρονολογία σύγκλησής της, το 431 μ.Χ., αποτελεί μία σταθερή ημερομηνία, καθώς είναι σίγουρο ότι ο ύμνος δεν είχε συντεθεί νωρίτερα. Από την άλλη, κάποιοι ερευνητές θεωρούν ότι από το περιεχόμενό του συνάγεται ότι ο ύμνος αναφέρεται σε κοινό εορτασμό του Ευαγγελισμού και των Χριστουγέννων, εορτές οι οποίες χωρίστηκαν κατά τη βασιλεία του Ιουστινιανού (527 - 565 μ.Χ.), πράγμα που, αν ισχύει, αφενός σημαίνει ότι ο ύμνος γράφτηκε το αργότερο επί Ιουστινιανού, αφετέρου ενισχύει την άποψη ότι προϋπήρχε των γεγονότων του 626 μ.Χ.

Η παράδοση, όμως, αποδίδει τον Ακάθιστο ύμνο στο μεγάλο βυζαντινό υμνογράφο του 6ου αιώνα μ.Χ., Ρωμανό τον Μελωδό (βλέπε 1 Οκτωβρίου). Την άποψη αυτή υποστηρίζουν πολλοί ερευνητές, οι οποίοι θεωρούν ότι οι εκφράσεις του ύμνου, η γενικότερη ποιητική του αρτιότητα και δογματική του πληρότητα δεν μπορούν παρά να οδηγούν στον Ρωμανό. Ακόμη, σε κώδικα του 13ου αιώνα μ.Χ. υπάρχει μεταγενέστερη σημείωση, του 16ου αιώνα μ.Χ., η οποία αναφέρει τον Ρωμανό ως ποιητή του ύμνου.

Όμως, η άποψη αυτή αντικρούεται από πολλούς μελετητές, που βρίσκουν στη δομή, στο ύφος και το περιεχόμενό του πολλά στοιχεία μετά την εποχή του Ρωμανού. Κατά μία άποψη, ο ύμνος ψάλθηκε καλοκαίρι, στη γιορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, και μάλλον αργότερα μεταφέρθηκε στο Σάββατο της Ε΄ εβδομάδος των νηστειών, ίσως από τους εικονόφιλους μοναχούς του Στουδίου. Έτσι πλησίασε τη γιορτή του Ευαγγελισμού. Είναι, δε, ενδεχόμενο σε αυτή τη μεταφορά, και πάλι για λόγους σχετικούς με την Εικονομαχία, να αλλοιώθηκε και το ιστορικό του Συναξαριστή, και από το 728 μ.Χ., που αυτοκράτορας ήταν ο εικονομάχος Λέων Γ΄ Ίσαυρος, να μεταφέρθηκε στο 626 μ.Χ., στα χρόνια του Ηρακλείου, ο οποίος πολεμούσε τους Πέρσες για να επανακτήσει τον Τίμιο Σταυρό.

Επιπλέον υπάρχουν και άλλες δύο εκδοχές για το πρόσωπο του μελωδού του Ακάθιστου Ύμνου. Η μία εκδοχή αναφέρει το όνομα του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γερμανού Α΄ (715 - 730 μ.Χ.) (βλέπε 12 Μαΐου), ο οποίος έζησε τα γεγονότα της θαυμαστής λύτρωσης της Κωνσταντινούπολης από την πολιορκία της από τους Άραβες το 718 μ.Χ., επί Αυτοκράτορος Λέοντος του Ισαύρου. Η εκδοχή αυτή βασίζεται στο γεγονός, ότι μία λατινική μετάφραση του ύμνου, η οποία έγινε γύρω στο 800 μ.Χ. από τον επίσκοπο Βενετίας Χριστόφορο, τον αναφέρει ως δημιουργό του ύμνου.

Η άλλη εκδοχή που υποστηρίζεται βασίζεται σε μια παλαιά αχρονολόγητη εικόνα του Ευαγγελισμού στο παρεκκλήσιο του Αγίου Νικολάου της ονομαστής μονής του Αγίου Σάββα στα Ιεροσόλυμα, όπου εικονίζεται και ένας μοναχός, ο οποίος κρατάει ένα ειλητάριο που γράφει «Ἄγγελος πρωτοστάτης οὐρανόθεν ἐπέμφθη» (αρχή του α΄ οίκου του Ακάθιστου ύμνου). Στο κεφάλι του μοναχού αυτού γράφει «ο άγιος Κοσμάς». Πρόκειται για τον Κοσμά τον Μελωδό (βλέπε 14 Οκτωβρίου), ο οποίος έζησε και αυτός τα γεγονότα του 718 μ.Χ., καθώς απεβίωσε το 752 ή 754 μ.Χ.

Άλλες, λιγότερο πιθανές απόψεις θεωρούν ως μελωδό του ύμνου τον Πατριάρχη Σέργιο, τον ιερό Φώτιο (βλέπε 6 Φεβρουαρίου), τον Απολινάριο τον Αλεξανδρέα, τον Μητροπολίτη Νικομήδειας Γεώργιο Σικελιώτη, τον Γεώργιο Πισίδη, και άλλους, που έζησαν από τον Ζ΄ μέχρι τον Θ΄ αιώνα.

Βέβαιο, είναι πάντως, ότι οι ειρμοί του Κανόνα του Ακάθιστου Ύμνου είναι έργο του Ιωάννου Δαμασκηνού (676 - 749 μ.Χ.) (βλέπε 4 Δεκεμβρίου), ενώ τα τροπάρια του Ιωσήφ Ξένου του Υμνογράφου (βλέπε 3 Απριλίου).

Γενικό θέμα του ύμνου είναι ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, ο οποίος πηγάζει από την Αγία Γραφή και τους Πατέρες της Εκκλησίας και περιγράφει τα ιστορικά γεγονότα, αλλά προχωρεί και σε θεολογική και δογματική ανάλυσή τους.

Οι πρώτοι δώδεκα οίκοι του (Α-Μ) αποτελούν το ιστορικό μέρος. Εκεί εξιστορούνται τα γεγονότα από τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου μέχρι την Υπαπαντή, ακολουθώντας τη διήγηση του Ευαγγελιστή Λουκά. Αναφέρεται ο Ευαγγελισμός (Α, Β, Γ, Δ), η επίσκεψη της εγκύου Παρθένου στην Ελισάβετ (Ε), οι αμφιβολίες του Ιωσήφ (Ζ), η προσκύνηση των ποιμένων (Η) και των Μάγων (Θ, Ι, Κ), η Υπαπαντή (Μ) και η φυγή στην Αίγυπτο (Λ), η οποία είναι η μόνη που έχει ως πηγή το απόκρυφο πρωτευαγγέλιο του Ψευδο-Ματθαίου.

Οι τελευταίοι δώδεκα (Ν-Ω) αποτελούν το θεολογικό ή δογματικό μέρος, στο οποίο ο μελωδός αναλύει τις βαθύτερες θεολογικές και δογματικές προεκτάσεις της Ενανθρώπισης του Κυρίου και το σκοπό της, που είναι η σωτηρία των πιστών.

Ο μελωδός βάζει στο στόμα του αρχαγγέλου, του εμβρύου Προδρόμου, των ποιμένων, των μάγων και των πιστών τα 144 συνολικά «Χαῖρε», τους Χαιρετισμούς προς τη Θεοτόκο, που αποτελούν ποιητικό εμπλουτισμό του χαιρετισμού του Γαβριήλ («Χαῖρε Κεχαριτωμένη»), που αναφέρει ο Ευαγγελιστής Λουκάς (Λουκ. α΄ 28).

Στα μοναστήρια, αλλά και στη σημερινή ενορία και παλαιότερα κατά τα διάφορα Τυπικά, υπάρχουν και άλλα λειτουργικά πλαίσια για την ψαλμωδία του ύμνου. Η ακολουθία του όρθρου, του εσπερινού, της παννυχίδος ή μιας ιδιόρρυθμης Θεομητορικής Κωνσταντινουπολιτικής ακολουθίας, την πρεσβεία. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, σε ένα ορισμένο σημείο της κοινής ακολουθίας γίνεται μια παρεμβολή. Ψάλλεται ο κανών της Θεοτόκου και ολόκληρο ή τμηματικά το κοντάκιο και οι οίκοι του Ακαθίστου.

Ο Ακάθιστος Ύμνος συνδέθηκε με τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, προφανώς, εξ αιτίας ενός άλλου καθαρώς λειτουργικού λόγου. Μέσα στην περίοδο της Νηστείας εμπίπτει πάντοτε η μεγάλη γιορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Είναι η μόνη μεγάλη γιορτή, που λόγω του πένθιμου χαρακτήρα της Τεσσαρακοστής, στερείται προεορτίων και μεθεορτίων. Αυτήν ακριβώς την έλλειψη έρχεται να καλύψει η ψαλμωδία του Ακαθίστου, τμηματικά κατά τα απόδειπνα των Παρασκευών και ολόκληρος κατά το Σάββατο της Ε΄ εβδομάδας. Το βράδυ της Παρασκευής και το Σάββατο είναι μέρες που μαζί με την Κυριακή είναι οι μόνες μέρες των εβδομάδων των Νηστειών, κατά τις οποίες επιτρέπεται ο γιορτασμός χαρμόσυνων γεγονότων, και στις οποίες, μετατίθενται οι γιορτές της εβδομάδας. Σύμφωνα με ορισμένα Τυπικά, ο Ακάθιστος Ύμνος ψαλλόταν πέντε μέρες πριν τη γιορτή του Ευαγγελισμού και κατά άλλα τον όρθρο της μέρας της γιορτής.

Ἄγγελος πρωτοστάτης,
οὐρανόθεν ἐπέμφθη,
εἰπεῖν τῇ Θεοτόκω τὸ Χαῖρε·
καὶ σὺν τῇ ἀσωμάτῳ φωνῇ,
σωματούμενόν σε θεωρῶν, Κύριε,
ἐξίστατο καὶ ἵστατο,
κραυγάζων πρὸς Αὐτὴν τοιαῦτα·
Χαῖρε, δ' ἧς ἡ χαρὰ ἐκλάμψει,
χαῖρε, δι' ἧς ἡ ἀρὰ ἐκλείψει.
Χαῖρε, τοῦ πεσόντος Ἀδάμ ἡ ἀνάκλησις,
χαῖρε, τῶν δακρύων τῆς Εὔας ἡ λύτρωσις.
Χαῖρε, ὕψος δυσανάβατον ἀθρωπίνοις λογισμοῖς,
χαῖρε, βάθος δυσθεώρητον καὶ ἀγγέλων ὀφθαλμοῖς.
Χαῖρε, ὅτι ὑπάρχεις Βασιλέως καθέδρα,
χαῖρε, ὅτι βαστάζεις τὸν βαστάζοντα πάντα.
Χαῖρε, ἀστὴρ ἐμφαίνων τὸν ἥλιον,
χαῖρε, γαστὴρ ἐνθέου σαρκώσεως.
Χαῖρε, δι' ἧς νεουργεῖται ἡ κτίσις,
χαῖρε, δι' ἧς βρεφουργεῖται ὁ Κτίστης.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Βλέπουσα ἡ Ἁγία,
ἑαυτήν ἐν ἁγνείᾳ,
φησὶ τῷ Γαβριὴλ θαρσαλέως·
τὸ παράδοξόν σου τῆς φωνῆς,
δυσπαράδεκτόν μου τῇ ψυχῇ φαίνεται·
ἀσπόρου γὰρ συλλήψεως,
τὴν κύησιν πὼς λέγεις κράζων·
Ἀλληλούια.

Γνῶσιν ἄγνωστον γνῶναι,
ἡ Παρθένος ζητοῦσα,
ἐβόησε πρὸς τὸν λειτουργοῦντα·
ἐκ λαγόνων ἁγνῶν,
υἷον πῶς ἔσται τεχθῆναι δυνατόν;
λέξον μοι.
Πρὸς ἥν ἐκεῖνος ἔφησεν ἐν φόβῳ,
πλὴν κραυγάζων οὕτω·
Χαῖρε, βουλῆς ἀπορρήτου μύστις,
χαῖρε, σιγῆς δεομένων πίστις.
Χαῖρε, τῶν θαυμάτων Χριστοῦ τὸ προοίμιον,
χαῖρε, τῶν δογμάτων αὐτοῦ τὸ κεφάλαιον.
Χαῖρε, κλῖμαξ ἐπουράνιε, δι' ἧς κατέβη ὁ Θεός,
χαῖρε, γέφυρα μετάγουσα ἀπὸ γῆς πρὸς οὐρανόν.
Χαῖρε, τὸ τῶν Ἀγγέλων πολυθρύλητον θαῦμα,
χαῖρε, τὸ τῶν δαιμόνων πολυθρήνητον τραῦμα.
Χαῖρε, τὸ φῶς ἀρρήτως γεννήσασα,
χαῖρε, τὸ πῶς μηδένα διδάξασα.
Χαῖρε, σοφῶν ὑπερβαίνουσα γνῶσιν,
Χαῖρε, πιστῶν καταυγάζουσα φρένας.
Χαῖρε, Νύμφη Ἀνύμφευτε.

Δύναμις τοῦ Ὑψίστου,
ἐπεσκίασε τότε,
πρὸς σύλληψιν τῇ Ἀπειρογάμω·
καὶ τὴν εὔκαρπον ταύτης νηδύν,
ὡς ἀγρὸν ὑπέδειξεν ἡδὺν ἅπασι,
τοῖς θέλουσι θερίζειν σωτηρίαν,
ἐν τῷ ψάλλειν οὕτως·
Ἀλληλούια.

Ἔχουσα θεοδόχον,
ἡ Παρθένος τὴν μήτραν,
ἀνέδραμε πρὸς τὴν Ἐλισάβετ.
Τὸ δὲ βρέφος ἐκείνης εὐθὺς ἐπιγνόν,
τὸν ταύτης ἀσπασμὸν ἔχαιρε,
καὶ ἅλμασιν ὡς ἄσμασιν,
ἐβόα πρὸς τὴν Θεοτόκον·
Χαῖρε, βλαστοῦ ἀμάραντου κλῆμα,
χαῖρε, καρποῦ ἀκήρατου κτῆμα.
Χαῖρε, γεωργὸν γεωργοῦσα φιλάνθρωπον,
χαῖρε, φυτουργὸν τῆς ζωῆς ἠμῶν φύουσα,
Χαῖρε, ἄρουρα βλαστάνουσα εὐφορίαν οἰκτιρμῶν,
χαῖρε, τράπεζα βαστάζουσα εὐθηνίαν ἱλασμῶν.
Χαῖρε, ὅτι λειμῶνα τῆς τρυφῆς ἀναθάλλεις,
χαῖρε, ὅτι λιμένα τῶν ψυχῶν ἑτοιμάζεις.
Χαῖρε, δεκτὸν πρεσβείας θυμίαμα,
χαῖρε, παντός τοῦ κόσμου ἐξίλασμα.
Χαῖρε, Θεοῦ πρὸς θνητοὺς εὐδοκία,
χαῖρε, θνητῶν πρὸς Θεὸν παρρησία.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Ζάλην ἔνδοθεν ἔχων,
λογισμῶν ἀμφιβόλων,
ὁ σώφρων Ἰωσὴφ ἐταράχθη·
πρὸς τὴν ἄγαμόν σὲ θεωρῶν,
καὶ κλεψίγαμον ὑπονοῶν Ἄμεμπτε·
μαθὼν δέ σου τὴν σύλληψιν,
ἐκ Πνεύματος Ἁγίου,
ἔφη·
Ἀλληλούια.

Ἤκουσαν oἱ ποιμένες,
τῶν Ἀγγέλων ὑμνούντων,
τὴν ἔνσαρκον Χριστοῦ παρουσίαν·
καὶ δραμόντες ὡς πρὸς ποιμένα,
θεωροῦσι τοῦτον ὡς ἀμνὸν ἄμωμον,
ἐν γαστρὶ τῆς Μαρίας βοσκηθέντα,
ἥν ὑμνοῦντες εἶπον·
Χαῖρε, Ἀμνοῦ καὶ Ποιμένος Μῆτερ,
χαῖρε, αὐλὴ λογικῶν προβάτων.
Χαῖρε, ἀοράτων ἐχθρῶν ἀμυντήριον,
χαῖρε, Παραδείσου θυρῶν ἀνοικτήριον.
Χαῖρε, ὅτι τὰ οὐράνια συναγάλλεται τῇ γῇ,
χαῖρε, ὅτι τὰ ἐπίγεια συγχορεύει οὐρανοῖς.
Χαῖρε, τῶν Ἀποστόλων τὸ ἀσίγητον στόμα,
χαῖρε, τῶν Ἀθλοφόρων τὸ ἀνίκητον θάρσος.
Χαῖρε, στερρὸν τῆς πίστεως ἔρεισμα,
χαῖρε, λαμπρὸν τῆς Χάριτος γνώρισμα.
Χαῖρε, δι' ἧς ἐγυμνώθη ὁ Ἅδης,
χαῖρε, δι' ἧς ἐνεδύθημεν δόξαν.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Θεοδρόμον ἀστέρα,
θεωρήσαντες Μάγοι,
τῇ τούτου ἠκολούθησαν αἴγλῃ·
καὶ ὡς λύχνον κρατοῦντες αὐτόν,
δι' αὐτοῦ ἠρεύνων κραταιὸν Ἄνακτα,
καὶ φθάσαντες τὸν ἄφθαστον,
ἐχάρησαν αὐτῷ βοῶντες·
Ἀλληλούια.

Ἴδον παῖδες Χαλδαίων,
ἐν χερσὶ τῆς Παρθένου,
τὸν πλάσαντα χειρὶ τοὺς ἀνθρώπους·
καὶ Δεσπότην νοοῦντες αὐτόν,
εἰ καὶ δούλου μορφὴν ἔλαβεν,
ἔσπευσαν τοῖς δώροις θεραπεῦσαι,
καὶ βοῆσαι τῇ Εὐλογημένῃ·
Χαῖρε, ἀστέρος ἀδύτου Μήτηρ,
χαῖρε, αὐγὴ μυστικῆς ἡμέρας.
Χαῖρε, τῆς ἀπάτης τὴν κάμινον σβέσασα,
χαῖρε, τῆς Τριάδος τοὺς μύστας φωτίζουσα.
Χαῖρε, τύραννον ἀπάνθρωπον ἐκβαλοῦσα τῆς ἀρχῆς,
χαῖρε, Κύριον φιλάνθρωπον ἐπιδείξασα Χριστόν.
Χαῖρε, ἡ τῆς βαρβάρου λυτρουμένη θρησκείας,
χαῖρε, ἢ τοῦ βορβόρου ρυομένη τῶν ἔργων.
Χαῖρε πυρὸς προσκύνησιν παύσασα,
χαῖρε, φλογὸς παθῶν ἀπαλλάττουσα.
Χαῖρε, πιστῶν ὁδηγὲ σωφροσύνης,
χαῖρε, πασῶν γενεῶν εὐφροσύνη.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Κήρυκες θεοφόροι,
γεγονότες οἱ Μάγοι,
ὑπέστρεψαν εἰς τὴν Βαβυλῶνα,
ἐκτελέσαντές σου τὸν χρησμόν,
καὶ κηρύξαντές σε τὸν Χριστὸν ἅπασιν,
ἀφέντες τὸν Ἡρώδην ὡς ληρώδη,
μὴ εἰδότα ψάλλειν·
Ἀλληλούια.

Λάμψας ἐν τῇ Αἰγύπτῳ,
φωτισμὸν ἀληθείας ἐδίωξας,
τοῦ ψεύδους τὸ σκότος·
τὰ γὰρ εἴδωλα ταύτης Σωτήρ,
μὴ ἐνέγκαντά σου τὴν ἰσχὺν πέπτωκεν,
οἱ τούτων δὲ ρυσθέντες,
ἐβόων πρὸς τὴν Θεοτόκον·
Χαῖρε, ἀνόρθωσις τῶν ἀνθρώπων,
χαῖρε, κατάπτωσις τῶν δαιμόνων.
Χαῖρε, τὴν ἀπάτης τὴν πλάνην πατήσασα,
χαῖρε, τῶν εἰδώλων τὴν δόξαν ἐλεγξασα.
Χαῖρε, θάλασσα ποντίσασα Φαραὼ τὸν νοητόν,
χαῖρε, πέτρα ἡ ποτίσασα τοὺς διψῶντας τὴν ζωὴν.
Χαῖρε, πύρινε στῦλε ὁδηγῶν τοὺς ἐν σκότει,
χαῖρε, σκέπη τοῦ κόσμου πλατυτέρα νεφέλης.
Χαῖρε, τροφὴ τοῦ μάνα διάδοχε,
χαῖρε, τρυφῆς ἁγίας διάκονε.
Χαῖρε, ἡ γῆ τῆς ἐπαγγελίας,
χαῖρε, ἐξ ἧς ρέει μέλι καὶ γάλα.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Μέλλοντος Συμεῶνος,
τοῦ παρόντος αἰῶνος,
μεθίστασθαι τοῦ ἀπατεῶνος,
ἐπεδόθης ὡς βρέφος αὐτῷ,
ἀλλ' ἐγνώσθης τούτω καὶ Θεὸς τέλειος·
διόπερ ἐξεπλάγη σου τὴν ἄρρητον σοφίαν,
κράζων·
Ἀλληλούια.

Νέαν ἔδειξε κτίσιν,
ἐμφανίσας ὁ Κτίστης,
ἡμῖν τοῖς ὑπ' αὐτοῦ γενομένοις·
ἐξ ἀσπόρου βλαστήσας γαστρός,
καὶ φυλάξας ταύτην,
ὥσπερ ἦν ἄφθορον,
ἵνα τὸ θαῦμα βλέποντες,
ὑμνήσωμεν αὐτὴν βοῶντες·
Χαῖρε, τὸ ἄνθος τῆς ἀφθαρσίας,
χαῖρε, τὸ στέφος τῆς ἐγκρατείας.
Χαῖρε, ἀναστάσεως τύπον ἐκλάμπουσα,
χαῖρε, τῶν Ἀγγέλων τὸν βίον ἐμφαίνουσα.
Χαῖρε, δένδρον ἀγλαόκαρπον, ἐξ οὗ τρέφονται πιστοί,
χαῖρε, ξύλον εὐσκιόφυλλον, ὑφ' οὗ σκέπονται πολλοί.
Χαῖρε, κυοφοροῦσα ὁδηγὸν πλανωμένοις,
χαῖρε, ἀπογεννῶσα λυτρωτὴν αἰχμαλώτοις.
Χαῖρε, Κριτοῦ δικαίου δυσώπησις,
χαῖρε, πολλῶν πταιόντων συγχώρησις.
Χαῖρε, στολὴ τῶν γυμνῶν παρρησίας,
χαῖρε, στοργὴ πάντα πόθον νικῶσα.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Ξένον τόκον ἰδόντες,
ξενωθῶμεν τοῦ κόσμου, τὸν νοῦν εἰς οὐρανὸν μεταθέντες·
διὰ τοῦτο γὰρ ὁ ὑψηλὸς Θεός,
ἐπὶ γῆς ἐφάνη ταπεινὸς ἄνθρωπος·
βουλόμενος ἑλκύσαι πρὸς τὸ ὕψος,
τοὺς αὐτῷ βοώντας·
Ἀλληλούια.

Ὅλως ἦν ἐν τοῖς κάτω,
καὶ τῶν ἄνω οὐδόλως ἀπῆν,
ὁ ἀπερίγραπτος Λόγος·
συγκατάβασις γὰρ θεϊκή,
οὐ μετάβασις τοπικὴ γέγονε,
καὶ τόκος ἐκ Παρθένου θεολήπτου,
ἀκουούσης ταῦτα·
Χαῖρε, Θεοῦ ἀχωρήτου χώρα,
χαῖρε, σεπτοῦ μυστηρίου θύρα.
Χαῖρε, τῶν ἀπίστων ἀμφίβολον ἄκουσμα,
χαῖρε, τῶν πιστῶν ἀναμφίβολον καύχημα.
Χαῖρε, ὄχημα πανάγιον τοῦ ἐπὶ τῶν Χερουβείμ,
χαῖρε, οἴκημα πανάριστον τοῦ ἐπὶ τῶν Σεραφείμ.
Χαῖρε, ἡ τἀναντία εἰς ταὐτὸ ἀγαγοῦσα,
χαῖρε, ἡ παρθενίαν καὶ λοχείαν ζευγνῦσα.
Χαῖρε, δι' ἧς ἐλύθη παράβασις,
χαῖρε, δι' ἧς ἠνοίχθη παράδεισος.
Χαῖρε, ἡ κλεὶς τῆς Χριστοῦ βασιλείας,
χαῖρε, ἐλπὶς ἀγαθῶν αἰωνίων.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Πᾶσα φύσις Ἀγγέλων,
κατεπλάγη τὸ μέγα,
τῆς σῆς ἐνανθρωπήσεως ἔργον·
τὸν ἀπρόσιτον γὰρ ὡς Θεόν,
ἐθεώρει πᾶσι προσιτὸν ἄνθρωπον,
ἡμῖν μὲν συνδιάγοντα,
ἀκούοντα δὲ παρὰ πάντων οὕτως·
Ἀλληλούια.

Ρήτορας πολυφθόγγους,
ὡς ἰχθύας ἀφώνους,
ὁρῶμεν ἐπὶ σοὶ Θεοτόκε·
ἀποροῦσι γὰρ λέγειν,
τὸ πῶς καὶ Παρθένος μένεις,
καὶ τεκεῖν ἴσχυσας·
ἡμεῖς δὲ τὸ μυστήριο ν θαυμάζοντες,
πιστῶς βοῶμεν·
Χαῖρε, σοφίας Θεοῦ δοχεῖον,
χαῖρε, προνοίας αὐτοῦ ταμεῖον.
Χαῖρε, φιλοσόφους ἀσόφους δεικνύουσα,
χαῖρε, τεχνολόγους ἀλόγους ἐλέγχουσα.
Χαῖρε, ὅτὶ ἐμωράνθησαν οἱ δεινοὶ συζητηταί,
χαῖρε, ὅτι ἐμαράνθησαν οἱ τῶν μύθων ποιηταί.
Χαῖρε, τῶν Ἀθηναίων τὰς πλοκὰς διασπῶσα,
χαῖρε, τῶν ἁλιέων τὰς σαγήνας πληροῦσα.
Χαῖρε, βυθοῦ ἀγνοίας ἐξέλκουσα,
χαῖρε, πολλοὺς ἐν γνώσει φωτίζουσα.
Χαῖρε, ὁλκὰς τῶν θελόντων σωθῆναι,
χαῖρε, λιμὴν τῶν τοῦ βίου πλωτήρων.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Σῶσαι θέλων τὸν κόσμον,
ὁ τῶν ὅλων κοσμήτωρ,
πρὸς τοῦτον αὐτεπάγγελτος ἦλθε·
καὶ ποιμὴν ὑπάρχων ὡς Θεός,
δι' ἡμᾶς ἐφάνη καθ' ἡμᾶς ἄνθρωπος·
ὁμοίῳ γὰρ τὸ ὅμοιον καλέσας,
ὡς Θεὸς ἀκούει·
Ἀλληλούια.

Τεῖχος εἶ τῶν παρθένων,
Θεοτόκε Παρθένε,
καὶ πάντων τῶν εἰς σὲ προστρεχόντων.
Ὁ γὰρ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς,
κατεσκεύασέ σε ποιητής, Ἄχραντε,
οἰκήσας ἐν τῇ μήτρα σου,
καὶ πάντας σοι προσφωνεῖν διδάξας·
Χαῖρε, ἡ στήλη τῆς παρθενίας,
χαῖρε, ἡ πύλη τῆς σωτήριας.
Χαῖρε, ἀρχηγὲ νοητῆς ἀναπλάσεως,
χαῖρε, χορηγὲ θεϊκῆς ἀγαθότητος.
Χαῖρε, σὺ γὰρ ἀνεγέννησας τοὺς συλληφθέντας αἰσχρῶς,
χαῖρε, σὺ γὰρ ἐνουθέτησας τοὺς συληθέντας τὸν νοῦν.
Χαῖρε, ἡ τὸν φθορέα τῶν φρενῶν καταργοῦσα,
χαῖρε, ἡ τὸν σπορέα τῆς ἁγνείας τεκοῦσα.
Χαῖρε, παστάς ἀσπόρου νυμφεύσεως,
χαῖρε, πιστοὺς Κυρίῳ ἁρμόζουσα.
Χαῖρε, καλὴ κουροτρόφε παρθένων,
χαῖρε, ψυχῶν νυμφοστόλε ἁγίων.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Ὕμνος ἅπας ἡττᾶται,
συνεκτείνεσθαι σπεύδων,
τῷ πλήθει τῶν πολλῶν οἰκτιρμῶν σου·
ἰσαρίθμους γὰρ τῇ ψάμμῳ ὠδάς,
ἂν προσφέρωμέν σοι, Βασιλεῦ ἅγιε,
οὐδὲν τελοῦμεν ἄξιον,
ὧν δέδωκας ἡμῖν τοῖς σοὶ βοῶσιν·
Ἀλληλούια.

Φωτοδόχον λαμπάδα,
τοῖς ἐν σκότει φανεῖσαν,
ὁρῶμεν τὴν ἁγίαν Παρθένον·
τὸ γὰρ ἄυλον ἅπτουσα φῶς,
ὁδηγεῖ πρὸς γνῶσιν θεϊκὴν ἅπαντας,
αὐγῇ τὸν νοῦν φωτίζουσα,
κραυγῇ δὲ τιμωμένη ταῦτα·
Χαῖρε, ἀκτὶς νοητοῦ ἡλίου,
χαῖρε, βολὶς τοῦ ἀδύτου φέγγους.
Χαῖρε, ἀστραπὴ τὰς ψυχὰς καταλάμπουσα,
χαῖρε, ὡς βροντὴ τοὺς ἐχθροὺς καταπλήττουσα.
Χαῖρε, ὅτι τὸν πολύφωτον ἀνατέλλεις φωτισμόν,
Χαῖρε, ὅτι τὸν πολύρρυτον ἀναβλύζεις ποταμόν.
Χαῖρε, τῆς κολυμβήθρας ζωγραφοῦσα τὸν τύπον,
χαῖρε, τῆς ἁμαρτίας ἀναιροῦσα τὸν ρύπον.
Χαῖρε, λουτὴρ ἔκπλυνων συνείδησιν,
χαῖρε, κρατὴρ κιρνῶν ἀγαλλίασιν.
Χαῖρε, ὀσμὴ τῆς Χριστοῦ εὐωδίας,
χαῖρε, ζωὴ μυστικῆς εὐωχίας.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Χάριν δοῦναι θελήσας,
ὀφλημάτων ἀρχαίων,
ὁ πάντων χρεωλύτης ἀνθρώπων,
ἐπεδήμησε δι’ἑαυτοῦ,
πρὸς τοὺς ἀποδήμους τῆς αὐτοῦ Χάριτος·
καὶ σχίσας τὸ χειρόγραφον,
ἀκούει παρὰ πάντων οὕτως·
Ἀλληλούια.

Ψάλλοντές σου τὸν τόκον,
ἀνυμνοῦμέν σε πάντες,
ὡς ἔμψυχον ναόν, Θεοτόκε.
Ἐν τῇ σῇ γὰρ οὶκήσας γαστρί,
ὁ συνέχων πάντα τῇ χειρὶ Κύριος,
ἡγίασεν, ἐδόξασεν, ἐδίδαξε βοᾶν σοὶ πάντας·
Χαῖρε, σκηνὴ τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγου,
χαῖρε, Ἁγία ἁγίων μείζων.
Χαῖρε, κιβωτὲ χρυσωθεῖσα τῷ Πνεύματι,
χαῖρε, θησαυρὲ τῆς ζωῆς ἀδαπάνητε.
Χαῖρε, τίμιον διάδημα βασιλέων εὐσεβῶν,
χαῖρε, καύχημα σεβάσμιον ἱερέων εὐλαβῶν.
Χαῖρε, τῆς Ἐκκλησίας ὁ ἀσάλευτος πύργος,
χαῖρε, τῆς Βασιλείας τὸ ἀπόρθητον τεῖχος.
Χαῖρε, δι' ἧς ἐγείρονται τρόπαια,
χαῖρε, δι' ἧς ἐχθροὶ καταπίπτουσι.
Χαῖρε, χρωτὸς τοῦ ἐμοῦ θεραπεία,
χαῖρε, ψυχῆς τῆς ἐμῆς σωτηρία.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Ὦ πανύμνητε Μῆτερ,
ἡ τεκοῦσα τὸν πάντων ἁγίων,
ἁγιώτατον Λόγον·
δεξαμένη γὰρ τὴν νῦν προσφοράν,
ἀπὸ πάσης ρῦσαι συμφορᾶς ἅπαντας,
καὶ τῆς μελλούσης λύτρωσαι κολάσεως,
τοὺς σοὶ βοῶντας·
Ἀλληλούια.

Πηγή: saint.gr

Τρίτη 31 Μαρτίου 2020


Το Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού σας προσκαλεί σε ένα μαγευτικό διαδικτυακό ταξίδι μάθησης και ψυχαγωγίας, στηρίζοντας την εκστρατεία «Μένουμε Σπίτι», με τη δωρεάν online παρακολούθηση των παραγωγών του.

Πρόκειται για ντοκιμαντέρ ιστορικού και πολιτιστικού περιεχομένου, οδοιπορικά σε περισσότερες από είκοσι πόλεις της Μικράς Ασίας, καταγραφή των θαλάσσιων ταξιδιών του ελληνικού λαού στην Κύπρο και τον Λίβανο κ.α.

Στις περισσότερες από τις παραγωγές γίνεται χρήση τρισδιάστατων γραφικών που αναπαριστούν μνημεία και δημόσια κτήρια τα οποία δεν διασώζονται σήμερα. Πολλές από τις παραγωγές έχουν βραβευθεί σε διεθνή Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ, ενώ η μικρού μήκους ταινία «Ερμογένους Οίκος» αποτελεί μόνιμο έκθεμα του Altes Museum στο Βερολίνο.

Αναλυτικά οι ταινίες ΕΔΩ.

Πηγή: www.fhw.gr

Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2020

Ετήσιος χορός Πολιτιστικού Συλλόγου Μικρασιατών Κωνσταντινάτου
-Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2020-


Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2020


Με την εορτή των Φώτων ή αλλιώς των Θεοφανείων ολοκληρώνεται ένας πλούσιος λατρευτικός κύκλος, το «Άγιο Δωδεκαήμερο» κατα το οποίο εορτάζουμε την κατά σάρκα Γέννηση (25 Δεκεμβρίου), η Περιτομή (1 Ιανουαρίου) και η Βάπτιση (6 Ιανουαρίου) του Ιησού Χριστού (Ματθ. 2ο και 3ο κεφ.)

Ο Μιχάλης Χατζηγιάννης ερμηνεύει με έναν μοναδικό τρόπο τα παραδοσιακά κάλαντα των Φώτων.

Σήμερα τα φώτα κι ο φωτισμός η χαρα μεγάλη κι ο αγιασμός. Κάτω στον Ιορδάνη τον ποταμό κάθετ’ η κυρά μας η Παναγιά. Όργανo βαστάει, κερί κρατεί και τον Αϊ-Γιάννη παρακαλεί. Άϊ-Γιάννη αφέντη και βαπτιστή βάπτισε κι εμένα Θεού παιδί. Ν’ ανεβώ επάνω στον ουρανό να μαζέψω ρόδα και λίβανο. Καλημέρα…

Ακούστε τα κάλαντα της ημέρας από την εκπληκτική φωνή του Μιχάλη Χατζηγιάνη:


Πηγή: dogma.gr


Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2020


Πρωτοχρονιάτικο διήγημα αναμνήσεων του συγγραφέα, ακαδημαϊκού και στρατιωτικού γιατρού Παύλου Νιρβάνα (φιλολογικό ψευδώνυμο του Πέτρου Αποστολίδη, 1866-1937).

Το πρώτο φλουρί της βασιλόπιτας που μου ’πεσε -ένα αληθινό φλουρί, γιατί ο πατέρας μου τον καιρό εκείνο, πριν φτωχύνει ακόμη, όπως φτώχυνε - στα υστερνά του, συνήθιζε να βάζει στη βασιλόπιτα του σπιτιού μας μια χρυσή εγγλέζικη λίρα- βγήκε μοιρασμένο.
Πώς έρχονται τα πράματα καμιά φορά!
Ο πατέρας μου, όρθιος μπροστά στο αγιοβασιλιάτικο τραπέζι, έκοβε την πίτα, ονοματίζοντας κάθε κομμάτι ξεχωριστά, πριν κατεβάσει το μεγάλο μαχαίρι του ψωμιού. Αφού έκοψε το κομμάτι του σπιτιού, των αγίων, το δικό του και της μητέρας μου, πριν αρχίσει τα κομμάτια των παιδιών, σταμάτησε, σα να θυμήθηκε κάτι.
«Ξεχάσαμε», είπε, «το κομμάτι του φτωχού. Αυτό έπρεπε να ’ρθει ύστερ’ από τους αγίους. Ας είναι όμως. Θα το κόψω τώρα και ύστερα θ’ αρχίσω τα παιδιά. Πρώτα ο φτωχός».
Κατέβασε το μαχαίρι.
«Του φτωχού...» ονομάτισε.
Έπειτα ερχότανε το δικό μου κομμάτι, που ήμουν ο μεγαλύτερος από τα παιδιά.
Καθώς τραβούσε όμως το κομμάτι του φτωχού, για να κόψει το δικό μου, το χρυσό φλουρί κύλησε απάνω στο τραπεζομάντιλο. Το κόψιμο της πίτας σταμάτησε. Κοιτάζαμε ο ένας τον άλλον, κι ο πατέρας όλους μας.
«Ποιανού είναι τώρα το φλουρί;» είπε η μητέρα μου. «Του ζητιάνου ή του Πέτρου; Εγώ λέω πως είναι του Πέτρου».
Η καημένη η μητέρα. Το είχε καημό να μου πέσει εμένα το φλουρί, γιατί ήμουν άτυχο παιδί. Ποτέ μου δεν είχα κερδίσει τίποτε.
«Ούτε του ζητιάνου είναι», είπε ο πατέρας μου, «ούτε του Πέτρου. Το σωστό σωστό. Το φλουρί μοιράστηκε. Ήτανε ανάμεσα στα δυο κομμάτια. Καθώς τα χώρισε το μαχαίρι, έπεσε κάτω. Το μισό είναι του ζητιάνου, το μισό του Πέτρου».
«Και τι θα γίνει τώρα;» ρώτησε στενοχωρημένη η μητέρα μου.
«Τι θα γίνει;...» συλλογιζόμαστε κι εμείς.
«Μην πονοκεφαλάτε...» είπε ο πατέρας.
Άνοιξε το πορτοφολάκι του, έβγαλε από μέσα δύο μισές χρυσές λίρες -το χρυσάφι τότε δεν είχε κρυφτεί ακόμα-και τις ακούμπησε στο τραπέζι:
«Να τι θα γίνει. Αυτή φυλάχτε τη να τη δώσετε στον πρώτο ζητιάνο που θα χτυπήσει την πόρτα μας. Είναι η τύχη του. Η άλλη μισή είναι του Πέτρου».
Και μου την έδωκε.
«Καλορίζικη! Και του χρόνου, παιδί μου. Είσαι ευχαριστημένος;»
Ήμουν και με το παραπάνω. 
Η ιδέα, μάλιστα, πως είχα συντροφέψει με το ζητιάνο με διασκέδαζε πολύ.
«Θα του τη δώσω εγώ, με το χέρι μου...» είπα.
Γελούσαμε όλοι με την παράξενη τύχη μου. 
Τα άλλα παιδιά με πειράζανε: «ο σύντροφος του ζητιάνου». Μονάχα ο πατέρας μου δε γελούσε. Εκείνος με τράβηξε κοντά του, με φίλησε και μου είπε:
«Μπράβο σου. Είσαι καλό παιδί».
Το άλλο πρωί, μόλις ξυπνήσαμε, χτύπησε η πόρτα. Κάτι μου ’λεγε πως ήταν ο ζητιάνος, που έφτανε βιαστικός να πάρει το μερίδιό του. Έτρεξα στην πόρτα, με τη μισή λίρα. Ήταν ένας γέρος ζητιάνος με κάτασπρη γενειάδα, γειρτός από τα χρόνια. Και μουρμούριζε ευχές τρέμοντας από το κρύο.
«Πάρε, παππού...» του είπα.
Ο γέρος που δεν έβλεπε καλά και που του είχε γυαλίσει φαίvεται, παράξενα από μακριά το χρυσό νόμισμα, το 'φερε κοντά στα μάτια του, για να το κοιτάξει καλύτερα. Δεν μπορούσε να πιστέψει πως κρατούσε χρυσάφι στα χέρια του τον καιρό εκείνο, που όλοι δίνανε στους ζητιάνους δίλεφτα και μονόλεφτα.
«Τι είν’ αυτό, παιδάκι μου;» με ρώτησε. «Δυάρα γυαλισμένη;»
«Μισή λίρα είναι, παππού...» του είπα. «Πάρ’ τηνε. Δικιά σου είναι».
Ο καημένος ο ζητιάνος δεν ήθελε να το πιστέψει:
«Μήπως έκανες λάθος, παιδάκι μου; Για ρώτησε τους γονιούς σου. Δεν έχω όρεξη να με παίρνουνε στις αστυνομίες για κλέφτη, μέρα που είναι».
Του εξήγησα με τι τρόπο είχαμε μοιρασθεί το φλουρί της βασιλόπιτας. 
Ο γέρος έτρεμε τώρα περισσότερο. Μα έτρεμε από τη χαρά του. Σήκωσε ψηλά τ’ αρρωστημένα του μάτια και είπε:
«Ο Θεός είναι μεγάλος. Να ζήσεις, παιδάκι μου, να σε χαίρονται οι γονείς σου. Και ο Θεός να σ’ αξιώσει να ’χεις πάντα όλα τα καλά, να τα μοιράζεις με τους φτωχούς και τους αδικημένους. Την ευχή μου να ’χεις».
Μου ’δώσε την ευχή του, σήκωσε πάλι ψηλά, κατά τον ουρανό, τα αρρωστημένα του μάτια και κατέβηκε, με το ραβδί του, τη σκάλα.
Έτσι τέλειωσε η ιστορία του φλουριού της βασιλόπιτας εκείνη τη χρονιά. Από τότε πέρασαν πολλά χρόνια. Μα από τότε, όσες φορές δίνω μια βοήθεια σ’ έναν φτωχό, συλλογίζομαι:Τάχα εγώ μοιράζω τα λεφτά μου με το φτωχό ή ο φτωχός μοιράζεται τα λεφτά του μ ’ εμένα; Αυτό δεν μπορούσα να καταλάβω ούτε τότε, που μοίρασα με τον παλιό ζητιάνο το φλουρί της βασιλόπιτας.

Πηγή: sansimera.gr

Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2020

Ευτυχισμένο το 2020! Με Υγεία, Χαρά και Δημιουργία!


Κυριακή 29 Δεκεμβρίου 2019


Καζάν ντιπί σημαίνει «ξύσιμο του καζανιού», δηλαδή η καμένη κρέμα στον πάτο του καζανιού. Το καζάν ντιπί γίνεται αποκλειστικά με βουβαλίσιο γάλα – αρκετά βαρύ για τα ελληνικά γούστα, οπότε αυτή η κρέμα που ακολουθεί είναι στην πραγματικότητα μια παραλλαγή. 

ΥΛΙΚΑ
1 λίτρο γάλα 
250 γρ. ζάχαρη 
250 γρ. ρυζάλευρο 
1 κλωναράκι βανίλια (τα αρωματικά σποράκια του αλλά και το κλωναράκι) 
2 κ.σ. ροδόνερο 
Για το καψάλισμα 

2 κ.σ. ζάχαρη κρυσταλλική 
1 κ.σ. βούτυρο αγελαδινό

ΕΚΤΕΛΕΣΗ
Αλείφουμε ένα ταψάκι με το βούτυρο και πασπαλίζουμε με ζάχαρη ώστε να καλυφθούν ο πάτος και τα τοιχώματα. Ψήνουμε στους 180° μέχρι να καραμελώσει η ζάχαρη. 

Παράλληλα βράζουμε την κρέμα: Σε μια κατσαρόλα βάζουμε το γάλα.Κοσκινίζουμε το αλεύρι και το ανακατεύουμε με τη ζάχαρη καλά. Τα προσθέτουμε μαζί με τη βανίλια μέσα στο γάλα και ανακατεύουμε συνέχεια με σύρμα. Τα βράζουμε σε μέτρια φωτιά ανακατεύοντας συνέχεια μέχρι να δέσει λίγο η κρέμα. Βγάζουμε τη βανίλια και προσθέτουμε το ροδόνερο. Ανακατεύουμε και αποσύρουμε από τη φωτιά. Βγάζουμε από το φούρνο το ταψί με την καραμελωμένη ζάχαρη και αδειάζουμε σιγά-σιγά την κρέμα. Την ψήνουμε στους 180° για 10΄. Κόβουμε τετράγωνα κομμάτια και σερβίρουμε. Ο τρόπος αυτός είναι ο πιο γνωστός στα καθ’ ημάς. 

Ένας άλλος τρόπος (καλύτερος ίσως και πιο παραδοσιακός γιατί δεν γίνεται πολύ σφιχτή η κρέμα, γίνεται λεπτή οπότε και σερβίρεται σε ρολάκι όπως πρέπει), είναι ο εξής: 

Αλείφουμε ένα μεγάλο ταψί με το βούτυρο, πασπαλίζουμε με ζάχαρη και απλώνουμε την κρέμα. Ακουμπάμε τον πάτο του ταψιού στη φωτιά σε όλα τα σημεία πόντο-πόντο μέχρι να καεί από κάτω η ζάχαρη. Αφήνουμε να κρυώσει και μετά κόβουμε κομμάτια 10 εκ. και με τη βοήθεια μιας σπάτουλας τα τυλίγουμε ρολάκι και σερβίρουμε. Φροντίζουμε να μην καεί πολύ η καραμέλα και γίνει μαύρη, καλό είναι να κράτα το υπέροχο χρώμα της. 

Στην περίπτωση που το κάνουμε με τον δεύτερο τρόπο, πρέπει να αφήσουμε 1΄ παραπάνω να σφίξει η κρέμα γιατί δεν θα ψηθεί επιπλέον στο φούρνο. Οπότε την τελική πυκνότητα την δίνουμε στην κατσαρόλα. 

Γαρνίρουμε προαιρετικά με φιστίκι Αιγίνης. 

Πηγή: yumyum.gr

Κιουνεφέ Μικρασιάτικο (με σιμιγδάλι)


Το αυθεντικό κιουνεφέ είναι με σιμιγδάλι. Περισσότερη δουλειά αλλά και περισσότερη γεύση και απόλαυση.

Το Κιουνεφέ (kunafah) είναι μια ζύμη τυριού εμποτισμένη με γλυκό σιρόπι με βάση τη ζάχαρη. Η ζύμη θερμαίνεται σε βούτυρο, μαργαρίνη, φοινικέλαιο και μετά απλώνεται με μαλακό άσπρο τυρί, μοτσαρέλα. Ένα παχύ σιρόπι χύνεται στη ζύμη (από ζάχαρη, νερό και λίγες σταγόνες ροδόνερο και χυμό λεμονιού) κατά τη διάρκεια των τελευταίων λεπτών μαγειρέματος. Συχνά το ανώτερο στρώμα ζαχαροπλαστικής είναι χρωματισμένο με πορτοκαλί ή κόκκινο χρώμα τροφίμων (παραδοσιακά χρωματισμένο με γλυκό τριαντάφυλλο). Τα θρυμματισμένα φιστίκια Αιγίνης είναι πασπαλισμένα στην κορυφή ως γαρνιτούρα. 

Υπάρχουν δύο συνήθεις τρόποι για να κάνετε κιουνεφέ.
1. χρησιμοποιώντας σιμιγδάλι 
2. χρησιμοποιώντας κανταΐφι


Υλικά
2 φλιτζάνια σιμιγδάλι ψιλό
1 φλιτζάνι ζάχαρη
1 φλιτζάνι φιστίκια Αιγίνης χοντροτριμμένα
600 γραμ. τυρί μοτσαρέλα Τριμμένη
1 κουταλιά σούπας γλυκό τριαντάφυλλο ψιλοκομμένο
1 σφηνάκι ροδόνερο
½ λεμόνι ο χυμός
2 φλιτζάνια ζάχαρη
¾ φλιτζανιού γάλα
250 γραμ. βούτυρο

Εκτέλεση
Σε μία κατσαρόλα βάζουμε τα 2 φλιτζάνια ζάχαρη με ½ φλιτζάνι νερό, το ροδόνερο και τον χυμό από ½ λεμόνι. Βάζουμε στην φωτιά μέχρι να λιώσει η ζάχαρη και να αρχίσει να βράζει για 4 λεπτά μέχρι να δένει σιρόπι.

Σε ένα μπολ βάζουμε το σιμιγδάλι, το 1 φλιτζάνι ζάχαρη και τα ανακατεύουμε με ένα κουτάλι. Προσθέτουμε ¾ φλιτζανιού λιωμένο, βούτυρο, το γάλα και ζυμώνουμε με το χέρι μέχρι να γίνει μια ζύμη και να απορροφήσει τα υγρά. 

Βάζουμε το ζυμάρι σε ένα πυρέξ και το ψήνουμε σε προθερμασμένο φούρνο στους 250 βαθμούς για 25-30 λεπτά. βγάζουμε το ψημένο μπισκότο πια από τον φούρνο και το σπάμε σε κομμάτια. Το βάζουμε στο μούλτι και το κάνουμε σκόνη, το περνάμε από σουρωτήρι για να μην έχει άσπαστα κομματάκια.

Σε ένα στρογγυλό πυρέξ βάζουμε μια κουταλιά σούπας βούτυρο σε θερμοκρασία δωματίου και το γλυκό τριαντάφυλλο με ένα πιρούνα τα πατάμε να ενωθούν και με το μείγμα αλείφουμε το πυρέξ σε όλο τον πάτο και λίγο τα τοιχώματα. Βάζουμε μέσα το τριμμένο μπισκότο και το απλώνουμε να πιάσει όλο τον πάτο και λίγο τα τοιχώματα και το πατάμε με το χέρι μας. βάζουμε την χοντροκομμένη μοτσαρέλα σε όλο το πυρέξ και ψήνουμε στον φούρνο στους 200 βαθμούς για 30 λεπτά. Βγάζουμε από το φούρνο και το γυρνάμε σε πιατέλα. Σιροπιάζουμε το γλυκό με τα 2/3 από το σιρόπι και διακοσμούμε με το τριμμένο φιστίκι. Βάζουμε με προσοχή το άλλο 1/3 από το σιρόπι και το γλυκό μας είναι έτοιμο.

Πηγή: https://freeparatiritis.blogspot.com

Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2019


Το «Κοριτσάκι με τα σπίρτα» («The little match girl») είναι μία από τις πιο γνωστές και διαχρονικές ιστορίες του διάσημου παραμυθά Χανς Κρίστιαν Άντερσεν κι ένα από τα πλέον αγαπημένα παραμύθια μικρών και μεγάλων.

Η ιστορία εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1845. Λέγεται πως ο Άντερσεν την εμπνεύστηκε από μια ξυλογραφία του γνωστού Δανού καλλιτέχνη, Γιόχαν Τόμας Λόντμπι, που είχε τυπωθεί σ’ ένα ημερολόγιο του 1843. Στη ξυλογραφία αυτήν απεικονίζoταν ένα φτωχό παιδί να πουλάει σπίρτα. Άλλοι υποστηρίζουν πως ο συγγραφέας την εμπνεύστηκε μετά από ένα ταξίδι του στην Μπρατισλάβα, το 1841, όπου έγινε μάρτυρας της καταστροφής της πόλης Ντέβιν από πυρκαγιά, και είδε πολλές μητέρες να ψάχνουν για τα χαμένα τους παιδιά.

Το «Κοριτσάκι με τα σπίρτα» δεν είναι το κλασικό παραμύθι με το ευτυχισμένο τέλος που έχουμε συνηθίσει να διαβάζουμε – αν και για τη μικρούλα ήταν μάλλον αυτό που επιθυμούσε περισσότερο. Τα μηνύματα που προσπαθεί να περάσει είναι κάπως ‘σκληρά’, αλλά απόλυτα ρεαλιστικά: οι περισσότεροι από μας, ιδίως την εποχή των γιορτών, κατακλυζόμαστε από μια καταναλωτική μανία άνευ προηγουμένου. Προσπερνάμε έτσι, πολλές φορές αυτά που έχουν την πραγματική σημασία στη ζωή ή αδιαφορούμε, χαμένοι στις προσωπικές μας ανάγκες κι επιθυμίες, εκείνους που έχουν σταθεί λιγότερο τυχεροί από εμάς και μας ικετεύουν, με ένα απλωμένο χέρι ή με ένα παρακλητικό βλέμμα, να τους αφιερώσουμε λίγα λεπτά από το χρόνο μας.

Η μικρή ηρωίδα της ιστορίας αντιπροσωπεύει τη φτώχια, την απελπισία, τη μοναξιά και τον πόνο. Έχοντας απομείνει ολομόναχη στον κόσμο, δεν έχει πλέον κανέναν να στραφεί, κανέναν να τη βοηθήσει. Καταλήγει λοιπόν στο σημείο να χαίρεται, όταν βλέπει τη νεκρή γιαγιά μπροστά της και καταλαβαίνει πως θα πεθάνει! Από την άλλη, οι δευτερεύοντες ήρωες, οι περαστικοί που αδιαφορούν στη θέα της μικρούλας, είναι άνθρωποι που –δυστυχώς υπάρχουν παντού γύρω μας. Είναι η προσωποποίηση της αδιαφορίας για τον συνάνθρωπο, της αναλγησίας, του εγωισμού. Είναι εκείνοι που, χαμένοι στις υποχρεώσεις τους ή στην ανάγκη τους να εντυπωσιάσουν, έχουν ξεχάσει ποιο είναι το πραγματικό νόημα των Χριστουγέννων: η αγάπη και η προσφορά.

Εκτός από το κλασικό, πρωτότυπο τέλος της ιστορίας, έχουν δημοσιευτεί κι άλλες βερσιόν σε παιδικά βιβλία, όπου η ταλαιπωρημένη μικρούλα βρίσκει τελικά την ευτυχία, όταν μια οικογένεια την ανακαλύπτει να στέκεται ξεπαγιασμένη στα σκαλιά του σπιτιού της και αποφασίζει να την υιοθετήσει. Έτσι, το κοριτσάκι βρίσκει έναν πατέρα, μία μητέρα και αδέλφια, που την αγκαλιάζουν και την καλωσορίζουν στο σπιτικό και την καρδιά τους.

Έχοντας διαβάσει προσωπικά και τις δύο εκδοχές, μπορώ να πω πως μου άρεσαν εξίσου. Στην πρωτότυπη το κοριτσάκι σταματάει μεν να ταλαιπωρείται και να βασανίζεται, ακολουθώντας τη γιαγιά του σ’ ένα μέρος χωρίς κρύο και φόβο, αλλά και η εναλλακτική, με το απόλυτο happy end της, με γέμισε με ελπίδα και μ’ έκανε να χαμογελάσω. Όπως και να έχει, μιλάμε για μια ιστορία γεμάτη κοινωνικά μηνύματα, που θα πρέπει να εντυπωθούν καλά στο μυαλό και την καρδιά του αναγνώστη-αποδέκτη. Αυτό είναι που έχει την περισσότερη σημασία. Ας μην ξεχνάμε, λοιπόν, αυτές τις Άγιες μέρες κι εκείνους που δεν είναι τόσο τυχεροί όσο εμείς. Ας έχουμε ανοιχτά τα μάτια, τα αυτιά, την αγκαλιά και την καρδιά μας.

ΥΠΟΘΕΣΗ
Παραμονή Πρωτοχρονιάς: οι δρόμοι ήταν γεμάτοι με ανθρώπους που βάδιζαν βιαστικοί, φορτωμένοι ψώνια και δώρα. Σε μια γωνιά ένα μικρό κορίτσι, ντυμένο με κουρέλια που δεν μπορούσαν να το προστατέψουν από την παγωνιά, προσπαθούσε να τραβήξει την προσοχή τους και να τους πουλήσει έστω ένα σπίρτο. Κανείς όμως δεν έδινε σημασία στην απελπισμένη μικρούλα. Κι εκείνη έτρεμε από κρύο κι από φόβο, μιας και αν γύριζε στην τρώγλη όπου έμενε χωρίς να έχει πουλήσει την πραμάτεια της, την περίμενε άγρια τιμωρία από τον πατριό της.

Περπατώντας στους δρόμους, χάζευε αφηρημένη τις χαρούμενες, γιορτινές, οικογενειακές στιγμές που έπιανε βιαστικά το μάτι της μέσα από τα παράθυρα των σπιτιών που προσπερνούσε. Η καρδιά του κοριτσιού μάτωνε στη σκέψη των δικών της αγαπημένων ανθρώπων, που ήταν όλοι τους από καιρό πεθαμένοι.

Μην αντέχοντας το κρύο, το κοριτσάκι κούρνιασε σε μια γωνιά κι αποφάσισε ν’ ανάψει ένα σπίρτο, προκειμένου να ζεσταθεί. Στη λάμψη της φλόγας του είδε ένα υπέροχο όραμα: χριστουγεννιάτικα πολύχρωμα στολίδια και δώρα, αναμμένα τζάκια και ένα τραπέζι στρωμένο με κάθε είδους φαγητά. Δυστυχώς όμως, η φλόγα έσβησε και το όραμα χάθηκε. Αμέσως, η μικρή άναψε ένα δεύτερο σπίρτο, και είδε αυτήν τη φορά σε όραμα την αγαπημένη της γιαγιά, που της έδειχνε τον ουρανό. Σηκώνοντας το κεφάλι, η μικρούλα είδε ένα πεφταστέρι και συλλογίστηκε πως εκείνη τη στιγμή κάποια ψυχή πέθαινε και ταξίδευε προς τον παράδεισο. Μη θέλοντας να χαθεί το όραμα της γιαγιάς της, συνέχισε να ανάβει τα σπίρτα το ένα μετά το άλλο, προσπαθώντας να διατηρήσει τη μορφή της γριάς γυναίκας όσο περισσότερο μπορούσε.

Η γιαγιά άπλωσε το χέρι στη μικρούλα, λέγοντάς της πως θα την έπαιρνε μαζί της, σ’ ένα μέρος που δε θα ένιωθε ποτέ πια κρύο, λύπη ή πείνα. Εκείνη χαμογέλασε κι έπιασε ευτυχισμένη το χέρι της γιαγιάς της. Το επόμενο πρωινό, οι διαβάτες αντίκρισαν το νεκρό, παγωμένο σώμα του μικρού κοριτσιού. Στα χείλη του ήταν αποτυπωμένο ένα αχνό χαμόγελο και δίπλα στα ξυλιασμένα δάχτυλα των χεριών του πεταμένα αναρίθμητα καμένα σπίρτα.

Πηγή: thedailyowl.gr

Το έθιμο και η ιστορία της Βασιλόπιτας την Πρωτοχρονιά. Οι ευχές για το νέο έτος και η σχέση της με την Ορθόδοξη Θρησκευτική παράδοση και τον Μέγα Βασίλειο.

Βασιλόπιτα την Πρωτοχρονιά. Το έθιμο και η ιστορία της
Βασιλόπιτα ονομάζεται η πίτα που παρασκευάζεται σε ορισμένες χώρες από τους χριστιανούς παραμονές της Πρωτοχρονιάς και κόβεται (μοιράζεται) λίγο αφότου αλλάξει ο χρόνος.

Στην Αθήνα συνηθίζεται η λεγόμενη «πολίτικη» Βασιλόπιτα η οποία παρασκευάζεται κυρίως από αλεύρι, αυγά, ζάχαρη και γάλα, κατασκευάζεται σε διάφορα μεγέθη και είδη αλλά συνήθως είναι φουσκωτή, αφράτη και γλυκιά.

Σε άλλα μέρη επικρατούν άλλοι τρόποι κατασκευής με μπαχαρικά κ.α. Στη δυτική Μακεδονία αντί για την «πολίτικη» Βασιλόπιτα συχνά η βασιλόπιτα είναι μια τυρόπιτα ή πρασόπιτα.

Βασικό όμως κοινό γνώρισμα είναι ότι στο εσωτερικό όλων τοποθετείται νόμισμα, συνήθως κοινό όμως σε ορισμένες περιπτώσεις χρυσό (κωσταντινάτο) ή ασημένιο.
Στην ελληνική επαρχία, ανάλογα με το έθιμο, τοποθετείται στο εσωτερικό της βασιλόπιτας μικρό κομμάτι άχυρου, κληματόβεργας ή ελιάς ή, σε κτηνοτροφικές περιοχές, ένα μικρό κομμάτι τυρί, για να φέρουν καλή τύχη στην παραγωγή.

Σε άλλα μέρη, αντί αυτού κατασκευάζουν μικρό στεφάνι από κληματόβεργες που όποιος το βρει στα χωράφια θα είναι τυχερός στα σπαρτά, ή στην ελαιοπαραγωγή ή στο κρασί κλπ.

Συχνά γράφεται πάνω στη βασιλόπιτα ο αριθμός του νέου έτους, με σειρές αποφλοιωμένων αμυγδάλων ή με ζάχαρη.

Το ελληνικό έθιμο της βασιλόπιτας
Η Βασιλόπιτα κατά το ελληνικό έθιμο κόβεται σε οικογενειακή συγκέντρωση αμέσως με τον ερχομό του νέου έτους κυρίως μετά από φαγοπότι όπου και ακολουθεί χαρτοπαιξία «για το καλό του καινούργιου χρόνου». Έτσι στις 12.00 ακριβώς τα μεσάνυχτα με την αλλαγή του έτους σβήνουν τα φώτα και μετά ένα λεπτό ξανανάβουν ευχόμενοι και αντευχόμενοι όλοι «Χρόνια Πολλά» και «Ευτυχισμένο το νέο έτος».

Τότε προσκομίζεται η Βασιλόπιτα στο τραπέζι όπου ο νοικοκύρης αφού την σταυρώσει με το μαχαίρι τρεις φορές αρχίζει να τη κόβει σε τριγωνικά κομμάτια προσφερόμενο σε κάθε ένα παριστάμενο μέλος της οικογένειας ή φίλων και συγγενών με πρώτο κομμάτι του σπιτιού (ή του Χριστού της Παναγίας και του Άι Βασίλη), του σπιτονοικοκύρη, της σπιτονοικοκυράς και των άλλων παρισταμένων κατά τάξη συγγένειας και ηλικία με τελευταίο το κομμάτι του φτωχού ή πάλι του σπιτιού, χωρίς βέβαια να λησμονούνται τυχόν μετανάστες, ασθενείς και άλλα πρόσωπα της οικογένειας που για διάφορους λόγους δεν παρίστανται. Ανάλογα με την περίπτωση μπορεί να κοπεί κομμάτι «για την εταιρεία», «για το μαγαζί» κ.λ.π.

Το κόψιμο της Βασιλόπιτας γίνεται και τις άλλες μέρες του «Δωδεκαήμερου» των εορτών. Υπουργεία, γραφεία και σύλλογοι μπορεί να κόβουν βασιλόπιτες μέχρι και το μήνα Φεβρουάριο.

Σε πολλά νησιά με το ξημέρωμα της 1ης του Νέου Έτους αναλαμβάνει ο σπιτονοικοκύρης να καθαγιάσει την οικία κρατώντας είτε τμήμα της Βασιλόπιτας είτε του αντίστοιχου των Χριστουγέννων «Χριστόψωμο »και ένα κερί μπαινοβγαίνοντας στη πόρτα τρεις φορές λέγοντας «έξω τα κακά, μέσα τα καλά».

Πρωτοχρονιά

Ιστορία της βασιλόπιτας
Το έθιμο της βασιλόπιτας είναι πολύ παλαιό, προέρχεται από εκείνο το τελούμενο στην αρχαία εορτή των «Κρονίων» (των ρωμαϊκών «Σατουρναλίων») που παρέλαβαν οι Φράγκοι, από τους οποίους και προήλθε η συνήθεια της τοποθέτησης νομίσματος μέσα στη πίτα και της ανακήρυξης ως «Βασιλιά της βραδιάς» αυτού που το έβρισκε. Κατά άλλο έθιμο, αντί νομίσματος, έβαζαν φασόλι και αυτόν που το έβρισκε τον αποκαλούσαν «φασουλοβασιλιά».

Το κόψιμο στις βασιλόπιτας είναι από τα ελάχιστα αρχέγονα έθιμα που επιβιώνουν. Σύμφωνα με τον καθηγητή Δημήτρη Λουκάτο αποτελεί εξέλιξη του γνωστού και λαϊκού εθίμου στις πρωτοχρονιάτικης πίτας. Στην αρχαιότητα υπήρχε το έθιμο του εορταστικού άρτου, τον οποίο σε μεγάλες αγροτικές γιορτές οι αρχαίοι Έλληνες πρόσφεραν στις θεούς.

Τέτοιες γιορτές ήταν τα Θαλύσια και τα Θεσμοφόρια. Χαρακτηριστικό στοιχείο στις βασιλόπιτας είναι ότι ο άνθρωπος δοκιμάζει την τύχη του με το κέρμα στις, προσπαθώντας να μαντέψει πώς θα του έρθουν τα πράγματα στη νέα χρονιά. Σε όποιον πέσει το φλουρί, στις θα είναι ο τυχερός και ευνοούμενος του νέου έτους! Η ορθόδοξη παράδοση συνέδεσε το έθιμο με τη Βασιλόπιτα.

Ορθόδοξη θρησκευτική παράδοση
Πέρα όμως αυτού του φράγκικου εθίμου, που επικράτησε στην Ευρώπη, υπάρχει και μία θρησκευτική παράδοση που συνδέει και με την προσωπικότητα του Μεγάλου Βασιλείου. Κατά την θρησκευτική λοιπόν παράδοση κάποτε στη Καισαρεία της Καππαδοκίας στη Μικρά Ασία που επίσκοπος ήταν ο Μέγας Βασίλειος ήλθε να τη καταλάβει ο Έπαρχος της Καππαδοκίας με πρόθεση να τη λεηλατήσει.

Τότε ο Μέγας Βασίλειος ζήτησε από τους πλούσιους της πόλης του να μαζέψουν ότι χρυσαφικά μπορούσαν προκειμένου να τα παραδώσει ως «λύτρα» στον επερχόμενο κατακτητή. Πράγματι συγκεντρώθηκαν πολλά τιμαλφή. Κατά την παράδοση όμως είτε επειδή μετάνιωσε ο έπαρχος, είτε (κατ΄ άλλους) εκ θαύματος ο Άγιος Μερκούριος με πλήθος Αγγέλων απομάκρυνε τον στρατό του, ο Έπαρχος απάλλαξε την πόλη από επικείμενη καταστροφή.

Προκειμένου όμως ο Μέγας Βασίλειος να επιστρέψει τα τιμαλφή στους δικαιούχους, μη γνωρίζοντας σε ποιόν ανήκει τι, έδωσε εντολή να παρασκευαστούν μικροί άρτοι εντός των οποίων τοποθέτησε ανά ένα των νομισμάτων ή τιμαλφών και τα διένειμε στους κατοίκους την επομένη του εκκλησιασμού.

Το γεγονός αυτό απέληξε σε διπλή χαρά από της αποφυγής της καταστροφής της πόλης και συνεχίσθηκε η παράδοση αυτή κατά τη μνήμη της ημέρας του θανάτου του (εορτή του Αγίου και Μεγάλου Βασιλείου).

Πηγή: helppost.gr

Τετάρτη 25 Δεκεμβρίου 2019


Το Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2019 για 5η συνεχόμενη χρονιά ο σύλλογός μας διοργάνωσε μία υπέροχη χριστουγεννιάτικη γιορτή με τραγούδια από την χορωδία μας, ποιήματα και θεατρική παράσταση. 

Η θεατρική ομάδα του συλλόγου μας παρουσίασε μία διασκευή του γνωστού διηγήματος του Φώτη Κόντογλου, «Το 'βλογημένο μαντρί». Τη διασκευή αυτή επιμελήθηκε ο χοροδιδάσκαλός μας Γιάννης Γκόγκος. Πρόκειται για μία παράσταση η οποία ετοιμάστηκε με πολλή φροντίδα τόσο από τους ερασιτέχνες ηθοποιούς μας όσο και από τα μέλη μας που φρόντισαν τον ήχο, την κατασκευή σκηνικών, την τεχνική υποστήριξη, την βιντεοσκόπηση και την επεξεργασία του βίντεο. 


Η προσέλευση του κόσμου ήταν μεγάλη κάτι που μας δίνει όρεξη να συνεχίζουμε και να διοργανώνουμε ακόμη πιο πολλά και ωραία πράγματα. Ευχαριστούμε πολύ όσους ήρθαν. 

Παρακάτω μπορείτε να παρακολούθησετε τα βίντεο από τη γιορτή. 


Καλά Χριστούγεννα!







Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2019


Σας περιμένουμε!

Όπως κάθε χρόνο έτσι και φέτος, ο Πολιτιστικός Σύλλογος Μικρασιατών Κωνσταντινάτου αναβίωσε το  έθιμο των λουκουμάδων παραμονή του Αγίου Νικολάου. Οι γυναίκες του συλλόγου έφτιαξαν πατροπαράδοτους λουκουμάδες και τους πρόσφεραν σε όσους παραβρέθηκαν. Καλά Χριστούγεννα!




Βίντεο

Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2019



Στις 5 μ.μ. στην αίθουσα του Συλλόγου

ΣΑΣ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ!!! 

Πέμπτη 7 Νοεμβρίου 2019


Στιγμιότυπα από την εκδρομή που διοργάνωσε ο σύλλογός μας, την Κυριακή 3 Νοεμβρίου, στο Κιλκίς. Επισκεφτήκαμε το Μοναστήρι του Οσίου Νικοδήμου, το Μοναστήρι των Αγίων Νικολάου, Ραφαήλ και Ειρήνης καθώς και το σπήλαιο του Αγίου Γεωργίου. Ενώ κάναμε στάση για φαγητό στην Γουμένισσα. 

Βίντεο