Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2016

Ημέρα εθνικής μνήμης. Η 28η Οκτωβρίου του 1940 μια ημέρα εθνικής αξιοπρέπειας και ιστορικής μνήμης για τους Έλληνες. Ο Έλληνας πρωθυπουργός, Ιωάννης Μεταξάς,  λαμβάνει τελεσίγραφο από τους Ιταλούς και λέει το ιστορικό «ΟΧΙ» στους κατακτητές.
Συνέπεια της άρνησης αυτής ήταν η είσοδος της Χώρας στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και η έναρξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου του 1940. Η ημερομηνία αυτή καθιερώθηκε να εορτάζεται στην Ελλάδα και την Κύπρο κάθε χρόνο ως επίσημη εθνική εορτή και αργία. Επίσης, σε πολλές χώρες του κόσμου, Ελληνικές κοινότητες γιορτάζουν την Επέτειο του «ΟΧΙ».
Περίπου στις 3 τα ξημερώματα της 28 Οκτωβρίου του 1940 η τότε Ιταλική Κυβέρνηση απέστειλε στην Ελλάδα τελεσίγραφο, δια του Ιταλού Πρέσβη στην Αθήνα Εμανουέλε Γκράτσι, ο οποίος και το επέδωσε ιδιόχειρα στον Ιωάννη Μεταξά, στην οικία του δεύτερου, στην Κηφισιά, με το οποίο και απαιτούσε την ελεύθερη διέλευση του Ιταλικού στρατού από την Ελληνοαλβανική μεθόριο προκειμένου στη συνέχεια να καταλάβει κάποια στρατηγικά σημεία του Βασιλείου της Ελλάδος, (λιμένες, αεροδρόμια κλπ.), για ανάγκες ανεφοδιασμού και άλλων διευκολύνσεών του, στη μετέπειτα προώθησή του στην Αφρική.
Μετά την ανάγνωση του κειμένου ο Μεταξάς έστρεψε το βλέμμα του στον Ιταλό Πρέσβη και του απάντησε στα γαλλικά (επίσημη διπλωματική γλώσσα) την ιστορική φράση: «Alors, c'est la guerre», (προφέρεται από τα γαλλικά, αλόρ, σε λα γκερ, δηλαδή, Λοιπόν, αυτό σημαίνει πόλεμο), εκδηλώνοντας έτσι την αρνητική θέση επί των ιταμών ιταλικών αιτημάτων.
O ίδιος ο Γκράτσι στα απομνημονεύματά του, που εξέδωσε το 1945, περιγράφει τη σκηνή: «Έχω εντολή κ. πρωθυπουργέ να σας κάνω μία ανακοίνωση και του έδωσα το έγγραφο. Παρακολούθησα την συγκίνηση εις τα χέρια και εις τα μάτια του. Με σταθερή φωνή και βλέποντάς με κατάματα ο Μεταξάς μου είπε: αυτό σημαίνει πόλεμο. Του απήντησα ότι αυτό θα μπορούσε να αποφευχθεί. Μου απήντησε ΟΧΙ. Του πρόσθεσα ότι αν ο στρατηγός Παπάγος..., ο Μεταξάς με διέκοψε και μου είπε: ΟΧΙ! Έφυγα υποκλινόμενος με τον βαθύτερο σεβασμό, προ του γέροντος αυτού, που προτίμησε την θυσία αντί της υποδουλώσεως».
Ο Μεταξάς εκείνη τη στιγμή είχε εκφράσει το ελληνικό λαϊκό συναίσθημα, την άρνηση της υποταγής, και αυτή η άρνηση πέρασε στον τότε ελληνικό δημοσιογραφικό τύπο με την λέξη «ΟΧΙ». Σημειώνεται πως αυτούσια η λέξη «ΟΧΙ» παρουσιάσθηκε για πρώτη φορά ως τίτλος στο κύριο άρθρο της εφημερίδας «Ελληνικό Μέλλον» του Ν. Π. Ευστρατίου στις 30 Οκτωβρίου του 1940.
Δύο ώρες μετά την παραπάνω επίδοση, ξεκίνησε ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος με εισβολή των ιταλικών στρατευμάτων στην Ήπειρο, οπότε η Ελλάδα αμυνόμενη ενεπλάκη στον πόλεμο.
Το λεγόμενο «Έπος του Σαράντα», το οποίο ακολούθησε, και οι μεγάλες νίκες που ο ελληνικός στρατός κατήγαγε εις βάρος των Ιταλών, καθιερώθηκε να γιορτάζονται κάθε χρόνο στις 28 Οκτωβρίου, την ημέρα της επίδοσης του ιταλικού τελεσιγράφου και της άρνησης του Ιωάννη Μεταξά να συναινέσει.
Κάθε χρόνο αυτή τη μέρα γίνεται στη Θεσσαλονίκη, η επίσημη εορτή με κάθε λαμπρότητα, παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας και άλλων επισήμων, με μεγάλη στρατιωτική παρέλαση, η οποία συμπίπτει με τον εορτασμό της απελευθέρωσης της πόλης κατά τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο και τη μνήμη του πολιούχου της Αγίου Δημητρίου. Στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις γίνονται μαθητικές παρελάσεις, ενώ δημόσια και ιδιωτικά κτίρια υψώνουν την ελληνική σημαία.
Κατά στην επέτειο του «ΟΧΙ», τηλεόραση και ραδιόφωνο προβάλλουν επετειακές εκπομπές μνήμης και κάνουν ιδιαίτερη μνεία στην «τραγουδίστρια της νίκης» Σοφία Βέμπο, η οποία με τα πατριωτικά της τραγούδια εμψύχωνε τους στρατιώτες και μετέδιδε τον ενθουσιασμό της προέλασης των ελληνικών δυνάμεων στη Βόρεια Ήπειρο. 
Για πρώτη φορά η επέτειος γιορτάστηκε επίσημα στις 28 Οκτωβρίου 1944 με παρέλαση.
Η Εκκλησία της Ελλάδος αποφάσισε, το 1952, η γιορτή της Αγίας Σκέπης από την 1η Οκτωβρίου να μεταφερθεί στις 28 Οκτωβρίου, με το αιτιολογικό ότι η Παναγία βοήθησε τον Ελληνικό Στρατό στον πόλεμο της Αλβανίας.

Φωτογραφίες από τις εκδηλώσεις μνήμης της 28ης Οκτωβρίου 1940 στο Ηρώον του χωριού:





Σάββατο, 1 Οκτωβρίου 2016

Καντνάδες
Ένα έθιμο που το συναντάμε μόνο στα πιστικοχώρια είναι οι «καντνάδες». Είχε σχέση με την ποιμενική ζωή των κατοίκων και γινόταν την παραμονή του Αγίου Δημήτριου. Αυτή τη μέρα έληγε η σύμβαση της μίσθωσης των βοσκών. Την επομένη μέρα συμφωνούσαν για τη νέα μίσθωση και το γεγονός αυτό το γιόρταζαν όλοι μαζί, βοσκοί και υπόλοιποι κάτοικοι. 

Οι κάτοικοι του Κωνσταντινάτου απόκτησαν και στην καινούργια τους πατρίδα κοπάδια με πρόβατα και είχαν στη δούλεψη τους βοσκούς. Διατηρήσαν την αλλαγή μίσθωσης να την κάνουν του Αγίου Δημήτριου, οπότε συνέχισαν και το έθιμο. Μαζεύονταν οι βοσκοί με τους νέους του χωριού και έντυναν δυο άντρες, έναν «καντνά» (άντρα) και έναν «καντνίνα» (γυναίκα). Έβαφαν μαύρα τα πρόσωπα τους για να μη τους αναγνωρίζουν. Η γυναίκα φορούσε νυφικό με πέπλο και ο άντρας έβαζε προβιές και παλιά ρούχα. Γύρω-γύρω στη μέση του κρεμούσε κουδούνες, μικρές και μεγάλες, απ’ αυτές που κρεμούσαν στα πρόβατα. Μετά όλοι μαζί γυρνούσαν στους δρόμους του χωριού με φωνές και κουδουνίσματα. Οι καντνάδες έσερναν μαζί και ένα κάρο, πάνω στο οποίο φόρτωναν τα δώρα που τους έδιναν οι κάτοικοι. Τα δώρα εκτός από τα κεράσματα (πίτες και γλυκά), ήταν σιτάρι, κριθάρι, πλιγούρι και άλλα. Συνήθως ζητούσαν οι ίδιοι αυτά που ήθελαν, ξέροντας την παραγωγή του κάθε νοικοκύρη. Οι φωνές τους ξεσήκωναν όλο το χωριό. Σε κάθε τι που φώναζαν έβαζαν την κατάληξη «νταν» (π.χ. «ωχ! αμάν λουκουμάν νταν! (λουκούμια), καντνίνα σουρούπ νταν! (σιροπιαστά γλυκά), πλιγουρούδια νταν!(πλιγούρι), τραχανούδια νταν!,   κριθαρουδια νταν!» κ.ο.κ.). Όλα αυτά τα πουλούσαν, και με τα χρήματα αυτά την άλλη μέρα έστηναν γλέντι στην πλατεία του χωριού.

Κιρφινές
Το βράδυ της γιορτής του Αγίου Δημήτριου μαζεύονταν οι κοπέλες του χωριού σε ένα σπίτι και διασκέδαζαν μόνες τους. Ετοίμαζαν πίτες και γλυκά, χόρευαν και τραγουδούσαν. Έκαναν το έθιμο του «κιρφινέ». Και φυσικά, έξω από το συγκεκριμένο σπίτι, μαζευόταν τα παλληκάρια.

Επιμέλεια: Μαίρη Καλαμάρη (από αφηγήσεις της Στέλλας Καλαμάρη)