Κυριακή, 29 Μαΐου 2016

του Μιχάλη Στούκα
Ένα γεγονός που σημάδεψε την παγκόσμια ιστορία καθώς με την άλωση κατέρρευσε μια αυτοκρατορία με ιστορία χιλίων και πλέον ετών - Τι συνέβη μέχρι να φτάσουμε στην άλωση
Η 29η Μαΐου δεν είναι μόνο μια αποφράδα μέρα για τον ελληνισμό. Είναι μια ημερομηνία σταθμός για την παγκόσμια ιστορία, καθώς με την άλωση της Κωνσταντινούπολης, πέφτει στα χέρια των Τούρκων και καταρρέει, μια αυτοκρατορία, με ιστορία χιλίων και πλέον ετών.

Να ξεκινήσουμε όμως, με μια αναφορά σε κομβικά σημεία της βυζαντινής ιστορίας. Αφετηρία της είναι η άνοδος του Μέγα Κωνσταντίνου ως μονοκράτορας, στον θρόνο της αχανούς, τότε, ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (324) και η μεταφορά της πρωτεύουσας από τη Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη, εκεί όπου βρισκόταν κατά την αρχαιότητα η αποικία των Μεγαρέων, Βυζάντιο (330). Οι εργασίες για την οικοδόμηση της Πόλης ξεκίνησαν το 325 και στις 11 Μαΐου 330, έγιναν τα επίσημα εγκαίνια της νέας πρωτεύουσας. Τον όρο "βυζαντινός", εισήγαγε για πρώτη φορά ο Γιούλιους Βολφ (1562) και τον καθιέρωσαν ο Φίλιπ Λαμπ (1648) και ο Δουκάγγιος (1680). Σιγά σιγά, η αυτοκρατορία αρχίζει να απομακρύνεται από τις ρωμαϊκές παραδόσεις. Η συνήθεια να στέφεται ο αυτοκράτορας από τον Πατριάρχη, που επικράτησε από το 457, η καθιέρωση του χριστιανισμού ως μόνη επίσημη θρησκεία της αυτοκρατορίας, από τον Μέγα Θεοδόσιο (380) και η καθιέρωση της ελληνικής ως επίσημης γλώσσας από τον Ηράκλειο (610-641), δίνουν ένα ελληνοχριστιανικό χαρακτήρα στο Βυζάντιο. Παράλληλα, η στροφή προς τα ελληνικά γράμματα και η επίδραση του ελληνικού δικαίου οδηγούν σε ουσιαστικό εξελληνισμό της αυτοκρατορίας.


Η άλωση της Κωνσταντινούπολης δεν ήταν κάτι μη αναμενόμενο, ούτε γεγονός οφειλόμενο στη στρατιωτική ιδιοφυΐα του Μωάμεθ Β'. Ήταν, κυρίως, αποτέλεσμα της παρακμής, της διαφθοράς, της σήψης και των εσωτερικών έριδων που ταλάνισαν την αυτοκρατορία, κυρίως από τα τέλη του 12ου αιώνα.
Πρώτο μεγάλο χτύπημα ήταν η ήττα των Βυζαντινών με επικεφαλής τον αυτοκράτορα Ρωμανό Δ' Διογένη στο Μαντζικέρτ (1071), από τους Σελτζούκους Τούρκους του Αλπ Αρσλάν. Η δυναστεία των Κομνηνών έδωσε στην αυτοκρατορία ένα μέρος της παλιάς της αίγλης. Όμως, η ήττα του Μανουήλ Α' Κομνηνού στο Μυριοκέφαλο της Φρυγίας (1176) από τον στρατό του Κιλίτζ Αρσλάν, είχε σαν αποτέλεσμα η Μικρά Ασία, ουσιαστικά να παραδοθεί στους Τούρκους. Το τελειωτικό χτύπημα, έδωσε η κατάκτηση της Πόλης από τους Λατίνους σταυροφόρους το 1204. Η ανάκτησή της (1261), από τον Μιχαήλ Η', σηματοδότησε την άνοδο στον θρόνο της δυναστείας των Παλαιολόγων. Ο Κωνσταντίνος ΙΑ' Παλαιολόγος ήταν ο τελευταίος βυζαντινός αυτοκράτορας.

Η τελευταία πολιορκία - Οι γενναίοι υπερασπιστές - Ο Γενουάτης Ιουστινιάνης
Για την άλωση της Κωνσταντινούπολης έχουν γραφτεί πολλά. Υπήρχαν ακόμα και αυτόπτες μάρτυρες που περιγράφουν τα γεγονότα. Η εξιστόρησή τους όμως, πολλές φορές, είναι διαφορετική από τον ένα συγγραφέα στον άλλον. Θα προσπαθήσουμε να καταγράψουμε την ιστορική αλήθεια, όσο αυτό είναι βέβαια εφικτό. 
Δεν ήταν η πρώτη φορά που οι Τούρκοι επιχείρησαν να κυριεύσουν την Πόλη. Προσπάθησαν ο Βογιατζήτ (1391-1898) και ο Μουράτ Β' (1422), χωρίς επιτυχία. Το 1451, ο Μουράτ πέθανε και τον διαδέχθηκε ο γιος του Μωάμεθ Β'. Το 1448, είχε ανέβει στον θρόνο του Βυζαντίου ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, διαδεχόμενος τον αδελφό του Ιωάννη Η'. Εκείνη την εποχή, το βυζαντινό κράτος είχε συρρικνωθεί δραματικά. Το αποτελούσαν, ουσιαστικά, η Κωνσταντινούπολη, προς το νότο, η Σηλυβρία, η Πέρινθος και ο πύργος των Επιβατών και προς τον βορρά, η Μεσημβρία, η Αγχίαλος και ο Βίζωνας. Ο Γαλατάς ήταν στα χέρια των Γενοβέζων, οι οποίοι όμως δεν ήταν ειλικρινείς σύμμαχοι. Μερικά μικρά νησιά του Αιγαίου και η Πελοπόννησος, παρόλο ότι θεωρούνταν ακόμα υπήκοοι του αυτοκράτορα, δεν μπορούσαν να προσφέρουν καμία απολύτως βοήθεια. Η Κωνσταντινούπολη είχε λιγότερους από 80.000 κατοίκους, ενώ άλλοτε αριθμούσε πάνω από 500.000. Το δημόσιο ταμείο είχε 50-60 χιλιάδες χρυσές (περ. 9.000 – 10.000 ευρώ), όταν στο παρελθόν συγκέντρωνε πάνω από 100.000.000 δραχμές (περ. 15 εκατομμύρια ευρώ). Ο δε στόλος του Βυζαντίου αριθμούσε μόλις 10 πλοία, όταν ο στόλος των Τούρκων ξεπερνούσε τα 150.

Όταν ο Κωνσταντίνος ανέθεσε στον στενό του συνεργάτη και ιστορικό της άλωσης Γεώργιο Σφραντζή, να καταγράψει τους άνδρες που μπορούσαν να πολεμήσουν, διαπιστώθηκε ότι αυτοί ήταν 4.973. Η βοήθεια που ζήτησε από τη χριστιανική Ευρώπη ο Κωνσταντίνος δεν ήταν η αναμενόμενη. Πέντε πλοία έστειλαν οι Βενετοί, ο πάπας Νικόλαος Ε', που απέβλεπε στην υποταγή της ανατολικής στη ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, έστειλε… 50 άνδρες, που έγιναν 200, μετά από στρατολόγηση 150 καθολικών από τη Χίο. Σημαντικότερη όλων, ήταν η συμμετοχή του Γενουάτη Ιωάννη Ιουστινιάνη. Έφθασε στην Κων/πολη στις 26 Ιανουαρίου 1453, με δύο πλοία και 700 άνδρες. Ο αυτοκράτορας, γνωρίζοντας την αξία του, τον υποδέχθηκε με ιδιαίτερες τιμές, του ανέθεσε την ανώτατη διοίκηση των στρατευμάτων και του υποσχέθηκε τη Λήμνο, σε περίπτωση που η Βασιλεύουσα σωζόταν. Από την άλλη πλευρά, ο Μωάμεθ είχε στη διάθεσή του περισσότερους από 150.000 άνδρες. Κάποιες μάλιστα πηγές, ανεβάζουν τον αριθμό τους στις 400.000!

Παράλληλα, στο "στρατόπεδο" των Τούρκων, οι προετοιμασίες ήταν πυρετώδεις. Ο Μωάμεθ έκρινε αναγκαίο να κατασκευαστεί ένα ισχυρό φρούριο στην ευρωπαϊκή παραλία του Βοσπόρου. Αυτό ξεκίνησε να χτίζεται στις αρχές του 1452 και ολοκληρώθηκε τον Αύγουστο του ίδιου έτους, προκαλώντας ανησυχία στους Βυζαντινούς. Παράλληλα, με 50.000 άνδρες, στρατοπέδευσε μπροστά στην Πόλη, για να κατοπτεύσει τα τείχη, τους πύργους και τα άλλα οχυρώματα. Στη συνέχεια, επέστρεψε στην, τότε, πρωτεύουσά του, Αδριανούπολη.

Εκεί, έφτασε ο Ούγγρος τεχνίτης Ουρβανός, που αυτομόλησε από τους Βυζαντινούς, πιθανότατα ελπίζοντας σε μεγαλύτερο μισθό και άλλα οφέλη. Ο σουλτάνος του ανέθεσε να κατασκευάσει ένα πυροβόλο, ικανό να γκρεμίσει τα τείχη της Κων/πολης. Πραγματικά, ο Ουρβανός κατασκεύασε ένα πυροβόλο που ζύγιζε 700 κιλά και η βολή του έφτανε το ένα μίλι. Ωστόσο, για να κινηθεί χρειαζόταν 60-70 ζευγάρια βοδιών και 650-2.000 άνδρες για να το χειριστούν.

Το θηριώδες αυτό πυροβόλο, μεταφέρθηκε μπροστά από τα τείχη της Πόλης. Ο Μωάμεθ, περιστοιχιζόμενος από 15.000 γενίτσαρους έστησε το στρατηγείο του στον λόφο που ονομάζεται σήμερα Μαλτεπέ. Στις 6 Απριλίου 1453, ξεκίνησε η πολιορκία. Το πυροβόλο των Τούρκων, που χρειαζόταν 2 ώρες για να γεμίσει, έδινε το σύνθημα για την έναρξη της επίθεσης. Όμως, οι προσδοκίες του Μωάμεθ διαψεύστηκαν, καθώς μετά από σύντομη χρήση, το πυροβόλο έσπασε, σκοτώνοντας τον Ουρβανό και πολλούς στρατιώτες. Άγνωστο, πάντως, με ποιον τρόπο, κατασκευάστηκε σύντομα, νέο, παρόμοιο και πιο εξελιγμένο πυροβόλο, που συνέβαλε αποφασιστικά στην άλωση της Κων/πολης.

Εν τω μεταξύ, ο Κωνσταντίνος, από τα τέλη του 1452, είχε δώσει εντολή να κλείσουν όλες οι πύλες της πρωτεύουσας. Στις 2 Απριλίου του 1453, έδωσε εντολή να κλείσει η είσοδος του Κεράτιου Κόλπου με την αλυσίδα που ήταν φτιαγμένη από στρογγυλούς ξύλινους όγκους, ενωμένους μεταξύ τους με παχιά σιδερένια κομμάτια και κρίκους.

Ως τις 20 Απριλίου, δεν είχε συμβεί κάποιο αξιοσημείωτο πολεμικό γεγονός. Εκείνη τη μέρα, ο ναύαρχος Φλαντανελάς, με 4 πλοία που μετέφεραν τρόφιμα στους πολιορκημένους, κατάφερε να καταναυμαχήσει τον τουρκικό στόλο που τον αποτελούσαν 145 πλοία και να εισέλθει πανηγυρικά στο λιμάνι της Κων/πολης, έχοντας ελάχιστες απώλειες. Από την άλλη μεριά, οι Τούρκοι είχαν εκατοντάδες νεκρούς και τραυματίες. Η επιτυχία αυτή του Φλαντανελά, προκάλεσε θύελλα ενθουσιασμού στους πολιορκημένους.

Ο Μωάμεθ όμως δεν πτοήθηκε. Με καθοδήγηση προδοτών Γενοβέζων της Κων/πολης, μετέφερε σε ένα βράδυ, της 21ης Απριλίου, τον στόλο του στον Κεράτιο Κόλπο από τη στεριά. Από τον ειδικά κατασκευασμένο δρόμο, σαν τον γνωστό από την αρχαιότητα δίολκο (για μετάβαση πλοίων από τον Σαρωνικό στον Κορινθιακό Κόλπο). Ανάλογη τακτική είχε χρησιμοποιήσει ο Βυζαντινός ναύαρχος Νικήτας Ωορύφας και ο Κρητικός Νικόλαος Σόρβολος, για λογαριασμό των Βενετών.

Οι πολιορκημένοι στην Πόλη, μόλις είδαν τον τουρκικό στόλο, απελπίστηκαν. Ήδη οι θρησκευτικές έριδες, η κούραση, αλλά και οι δεισιδαιμονίες κλόνιζαν το ηθικό τους. Μια αποτυχημένη προσπάθεια πυρπόλησης των τουρκικών πλοίων ενέτεινε την απογοήτευση. Να κάνουμε μια παρένθεση, και να αναφέρουμε μερικούς εξέχοντες υπερασπιστές της Κων/πολης, Δυτικούς στην καταγωγή. Κορυφαίος όλων, ο Ιωάννης Ιουστινιάνης. Οι αδελφοί Βοζάρδοι, Παύλος, Αντώνιος και Τρωίλος. Ο Ενετός βάιλος Ιερώνυμος Μινότος. Ο Γερμανός μηχανικός Γκραντ, ο οποίος εξουδετέρωσε κάθε εχθρική προσπάθεια εισόδου στην Πόλη από λαγούμια, αναγκάζοντας τους Τούρκους να σταματήσουν αυτό τον… υπόγειο αγώνα. Ο Ισπανός Πέτρος ο Ιουλιανός, ο Ενετός Ιάκωβος Κονταρίνης. Ο Γενοβέζος Μαυρίκιος Καταναίος και ο Γαβριήλ Τρεβιζάνος. Ξεχωριστή περίπτωση, ο Οσμανίδης πρίγκιπας Ουρχάν, που ζούσε σαν πρόσφυγας στην αυλή του Κωνσταντίνου και πολέμησε γενναία εναντίον των Τούρκων!


Ας επανέλθουμε όμως στην πολιορκία. Στις 7 Μαΐου, έγινε η πρώτη ουσιαστική έφοδος των Τούρκων, με 30.000 άνδρες, που αποκρούστηκε. Στις 12 Μαΐου, 50.000 Τούρκοι επιτέθηκαν στο Έβδομο τείχος, αλλά αποκρούστηκαν. Στις 18-19 Μαΐου, ο ηλικιωμένος Βυζαντινός στρατηγός Θεόδωρος Καρυστινός, επικεφαλής της φρουράς στη Χαρσία Πύλη, κατόρθωσε με τους άντρες του, να καταστρέψει διάφορα οχυρά που είχαν ορθώσει μπροστά της οι Τούρκοι. Κάποιες σπασμωδικές ενέργειες του στόλου των Τούρκων, δεν είχαν αποτέλεσμα. Στις 26 Μαΐου, ο Μωάμεθ αποφάσισε η επόμενη έφοδος να γίνει στις 29 Μαΐου. Ήδη είχαν προκληθεί σημαντικές ζημιές στα τείχη της Πόλης. Οι υπερασπιστές της είχαν αρχίσει να κουράζονται. 
Στη διάρκεια μιας λιτανείας, μεταξύ 22 και 26 Μαΐου, η μεγάλη εικόνα της Παναγίας έπεσε από τα χέρια αυτών που την κρατούσαν και κύλησε στη λάσπη. Αυτό θεωρήθηκε κακός οιωνός. Όπως και μια δυνατή βροχή που ακολούθησε και συνοδεύτηκε από καταχνιά και απόλυτο σκοτάδι. Λίγο μετά τις δύο τα ξημερώματα της 29ης Μαΐου 1453, ξεκίνησε η επίθεση. Έγιναν τρεις έφοδοι εναντίον των τειχών. Οι υπερασπιστές της Πόλης τις απέκρουσαν. Σ' αυτό, σημαντική ήταν η συνεισφορά των Νικηφόρου Παλαιολόγου και Δημητρίου Καντακουζηνού. Φαινόταν ότι πάλι η τουρκική επίθεση είχε αποτύχει.

Ωστόσο, ένα βέλος τραυμάτισε τον Ιουστινιάνη που μεγαλούργησε στη διάρκεια της πολιορκίας. Αυτός έφυγε για να δέσει την πληγή του. Για πολλά χρόνια, οι ιστορικοί τον κατηγορούσαν ως λιποτάκτη, καθώς έγραφαν ότι η πληγή του ήταν εύκολο να γιατρευτεί. Η αποχώρηση του Ιουστινιάνη προκάλεσε σύγχυση και αμηχανία στους υπερασπιστές της Πόλης. Οι επιθέσεις των Τούρκων συνεχίζονταν και παράλληλα, μια μικρή πύλη στο κατώτερο τμήμα των ανακτόρων του Εβδόμου, η Κερκόπορτα, το πρωί της εφόδου είχε ξεχαστεί ανοιχτή. Τυχαία την ανακάλυψαν μερικοί Τούρκοι και από εκεί άρχισε η μαζική είσοδος στην Πόλη. Το τι ακολούθησε είναι λίγο πολύ γνωστό. Ο Κωνσταντίνος, σύμφωνα με τον Κριτόβουλο, πληγώθηκε στο πρόσωπο και στη συνέχεια δέχθηκε χτυπήματα και στο πίσω μέρος του σώματός του, πέφτοντας νεκρός. Για τρεις μέρες, σύμφωνα με την υπόσχεση του Μωάμεθ, χιλιάδες αφιονισμένοι Τούρκοι, σκότωναν, λεηλατούσαν, βίαζαν και κατέστρεφαν…


Ο γενναίος Ιουστινιάνης, κατέφυγε στον Γαλατά και στη συνέχεια στη Χίο, όπου και πέθανε από γάγγραινα μετά από δυο μήνες. Όπως γράφει ο Κ. Παπαρρηγόπουλος, δεν προκάλεσε την άλωση της Πόλης η αποχώρηση του Ιουστινιάνη, ήταν όμως καθοριστικής σημασίας. Και ο μαρξιστής, αλλά ακριβοδίκαιος, Γιάννης Κορδάτος γράφει ότι αν ο Παλαιολόγος είχε 20.000-30.000 πολεμιστές, η Πόλη δεν θα έπεφτε ποτέ.

Σημαντικότατο ρόλο έπαιξε και η θρησκευτική διαμάχη που αποδίδει στον Λουκά Νοταρά  ο Δούκας: "Καλύτερα είναι να δούμε να βασιλεύει τουρκικό φακιόλι, παρά λατινική καλύπτρα". Επίσης, η άρνηση του Νοταρά να στείλει κανόνια στον Ιουστινιάνη, οδήγησε τον τελευταίο να πει: "Ε, προδότη, δεν ξέρω τι με κρατεί να σε σφάξω μ' αυτό το μαχαίρι". 

Η απόλυτη αλήθεια για το τι έγινε, μάλλον δεν θα μαθευτεί ποτέ. Το μόνο σίγουρο είναι ότι από τις 29 Μαΐου 1453, η Κωνσταντινούπολη, η οποία στο παρελθόν είχε αντέξει πολυάριθμες πολιορκίες, βρίσκεται σε τουρκικά χέρια. Και μένουν μόνο θρύλοι, μύχιοι πόθοι και κούφιες ελπίδες, να διατρανώνουν την πίστη ότι η σημαία με τον δικέφαλο αετό θα κυματίζει πάλι περήφανα στην Πόλη…


Πηγή: protothema

Σάββατο, 28 Μαΐου 2016

27 Μαΐου εορτάζεται η μνήμη του Αγίου Ιωάννου του Ρώσσου του νέου Ομολογητού
Πατρίδα του η Ν. Ρωσσία (Ουκρανία)
Πιθανότερη χρονολογία της γέννησης του είναι το έτος 1690 και αυτό γιατί στους πολέμους που άρχισαν το 1711 και τελείωσαν το 1718 είναι στρατιώτης του Τσαρικού στρατού του Μεγάλου Πέτρου της Ρωσίας. Τα Τουρκικά στρατεύματα ήσαν ακατάβλητα, βάδιζαν από νίκη σε νίκη, είχαν σπείρει το τρόμο σε όλα τα έθνη. Στρατιώτης ο Ιωάννης μάχεται για να υπερασπιστεί την πατρίδα του τη Ρωσία. Γαλουχημένος με τα νάματα της Ορθοδοξίας από Χριστιανούς γονείς τον συγκλονίζει η φρίκη του πολέμου, τα χιλιάδες παλληκάρια, γυναικόπαιδα, γέροι που κείτονται νεκροί στο πέρασμα της λαίλαπας, της πολεμικής μανίας των εχθρών.
Αιχμάλωτος πολέμου
Στις μάχες για την ανακατάληψη του Αζώφ με πολλούς άλλους συμπατριώτες του αιχμαλωτίζεται από ένα Τούρκο αξιωματικό και οδηγείται στην Κων/πολη. Από εκεί τον έστειλαν στο Προκόπιο της Καππαδοκίας Μ. Ασίας στο σπίτι ενός πλούσιου Αγά ο οποίος ήταν αξιωματικός του Τουρκικού στρατού. Αυτός τον έβαλε στο  στάβλο ο οποίος ήταν μέσα σε βράχο κάτω από το σπίτι του να προσέχει τα ζώα. Ο Ιωάννης τα περιποιόταν, τα φρόντιζε και εκείνα όταν βρίσκονταν κοντά του ήταν ήρεμα και έτρωγαν από το χέρι του, κοιμόταν μαζί τους σε μία εσοχή του βράχου (η οποία υπάρχει μέχρις σήμερα).
Βασανίζεται να αρνηθεί τον Χριστό
Καταδικασμένος στην περιφρόνηση και το μίσος των Τούρκων είναι ο «κιαφίρ», ο άπιστοs που του αξίζουν σκληρά βασανιστήρια. Υπομένει τα πάντα με καρτερία και γενναιότητα. Λάμπει ο αδαμάντινος χριστιανικός του χαρακτήρας και ο εσωτερικός του κόσμος  ο οποίος από τα παιδικά του χρόνια είναι δοσμένος στο Χριστό. Στα μαρτύριά του απαντά με τα λόγια του Απ. Παύλου «ποιος μπορεί να με χωρίσει από την αγάπη του Χριστού μου».
Δέχεται ο Ιωάννης τα μαρτύριά του με προσευχές, νηστείες, αγρυπνίες σε τέτοιο βαθμό που δαμάστηκε η θηριωδία των Τούρκων οι οποίοι τον ονομάζουν «Βελή» Άγιο. Απέναντι από το στάβλο που έμενε υπήρχε και υπάρχει ακόμη (ένας κωνοειδής βράχος) όπου προσευχόταν  και κοινωνούσε τ’ άχραντα Μυστήρια.  Ένα περιστατικό ήταν και το (πρώτο του θαύμα) το οποίο σταμάτησε το μίσος των βασανιστών του, πολλοί Τούρκοι πίστεψαν στην Αγιοσύνη του καθώς και ο Αγάς. Κάποια εποχή που ο Τούρκος Αγάς είχε φύγει με στρατό σε μία από τις μάχες ένα πρωινό, ο Όσιος βλέπει την γυναίκα του Πασά πολύ στενοχωρημένη και προσπαθεί να μάθει το λόγο. Εκείνη του λέει πως είδε στον ύπνο της τον άντρα της και έλεγε: Ας είχα  ένα πιάτο ζεστό πλιγούρι εδώ που βρίσκομαι.
Ο Ιωάννης αφού την άκουσε της είπε: Φτιάξε το φαγητό εσύ κυρά και θα φτάσει στον αφέντη.
-Πως είναι δυνατόν; τον ρωτά η γυναίκα του Πασά.
-Εσύ ετοίμασέ το και εγώ θα το πάω. Έτσι και έγινε, βγαίνοντας ο Πασάς από την σκηνή του την άλλη μέρα βρήκε το χάλκινο πιάτο -το οποίο είχε και το μονόγραμμά του -με το φαγητό.
Επιστρέφοντας ο Αγάς στο σπίτι μετά την εκστρατεία του, έφερε και το πιάτο, η γυναίκα του εξήγησε τι είχε συμβεί και πως το φαγητό έφθασε με την δύναμη του Αγίου και την βοήθεια του Θεού από το  Προκόπιο της Καππαδοκίας της Μ. Ασίας στα χέρια του. Ο Αγάς κατάλαβε ότι έγινε θαύμα και ότι  ο άνθρωπος αυτός είναι διαφορετικός από τους υπόλοιπους ανθρώπους. Πίστεψε στη δύναμη και την Αγιότητα του  και  τον κάλεσε να μείνει στο σπίτι του, να σταματήσει να κοιμάται στο στάβλο  και να  φροντίζει τα ζώα. Ο Ιωάννης δεν δέχτηκε και παρέμεινε εκεί μέχρι το τέλος της ζωής του.
Το τέλος
27 Μαΐου 1730. Σε όλους τους αγώνες του ένα στήριγμα είχε και παρηγοριά στα βασανιστήρια τις προσευχές του στο Θεό και την Θεία Κοινωνία η οποία ήταν η μεγάλη του ξεκούραση και ανάπαυση. Στις 27 Μαΐου ο ιερέας τον κοινώνησε εκεί στο στάβλο  για τελευταία φορά. Ο Άγιος Ιωάννης πέρασε στην αιώνια αγαλλίαση και μακαριότητα, μόλις πήρε τ’ Άχραντα Μυστήρια σε ηλικία σαράντα χρόνων.
Ο ενταφιασμός
Οι ιερείς και οι Δημογέροντες Χριστιανοί του Προκοπίου με άδεια τού τότε κυβερνώντος Τούρκου Πασά πήραν το σώμα. Με συγκίνηση και δάκρυα μέσα σε βαθιά κατάνυξη κηδεύεται από Χριστιανούς, Τούρκους, Αρμένιους σαν αφέντης και δεσπότης. Σήκωσαν στον ώμο τους το πολύπαθο σώμα και με θυμιατά και λαμπάδες με μεγάλη ευλάβεια το οδήγησαν στο Χριστιανικό κοιμητήριο, του Τοά Γερή όπου το εναπόθεσαν στη μάνα γη.
Θείο Όραμα
Ο ιερέας που  άκουγε τον πόνο του και κάθε Σάββατο τον  κοινωνούσε ένα βράδυ, είδε στον ύπνο του τον ΆΓΙΟ ο οποίος του είπε ότι το σώμα του έχει μείνει χάρη του Θεού μέσα στον τάφο ακέραιο, ολόκληρο, αδιάφθορο ,να το βγάλουν και θα είναι μαζί τους ως ευλογία Θεού στους αιώνες. Ο ιερέας διηγήθηκε με δισταγμό το όνειρό του στις αρχές στους Δημογέροντες του Προκοπίου, οι Χριστιανοί άνοιξαν το τάφο και ω  του θαύματος! Το σώμα του Αγίου βρέθηκε ακέραιο και μυρωμένο με αυτή τη θεία ευωδία που έχει μέχρις σήμερα. Πήραν το Ιερό λείψανο και το μετέφεραν στο Ναό του Αγ. Γεωργίου δίπλα στο σπίτι που ζούσε όπου αγρυπνούσε ο Όσιος και ήταν η ποιο παλαιά εκκλησία. Αργότερα λόγω της παλαιότητά της μετέφεραν το σκήνωμα στην εκκλησία του Μ. Βασιλείου. Πολύ γρήγορα η φήμη της αγιοσύνης του εξαπλώθηκε σε ολόκληρη την περιοχή Απ’ όλα τα μέρη της Καππαδοκίας πήγαιναν να τον προσκυνήσουν και περισσότερο στην μνήμη του. Για το σκοπό αυτό σχηματίστηκε ειδική επιτροπή που ζήτησε τη βοήθεια όλων των Προκοπιέων, ώστε να κτίσουν μία εκκλησία στη χάρη του Αγίου. Όλοι δέχτηκαν με προθυμία ,άλλοι έδωσαν χρήματα και όλοι οι κάτοικοι γυναίκες άντρες και παιδιά την προσωπική τους εργασία. Δυστυχώς όμως πριν την αποπεράτωση τα οικονομικά εξαντλήθηκαν και η ανέγερση του ναού σταμάτησε. Οι Χριστιανοί περνούσαν μπροστά από την εκκλησία έκαναν το σταυρό τους και έφευγαν λυπημένοι. Αυτό κράτησε πέντε χρόνια, οπότε έγινε το θαύμα. Οι μοναχοί της Ρωσικής Ιεράς Μονής του Αγ. Παντελεήμονος  πληροφορήθηκαν ότι κάποιος συμπατριώτης και ομοεθνής τους άγιασε στο Προκόπι ,έστειλαν δύο καλόγερους να τον προσκυνήσουν, και να ζητήσουν ένα κομμάτι από το ιερό σώμα του και συγκεκριμένα το ένα χέρι του, για να το έχουν σαν θησαυρό στο μοναστήρι τους έναντι γενναίου βοηθήματος. Οι Προκοπιείς χωρίστηκαν σε δύο, άλλοι δέχτηκαν και άλλοι όχι, μετά από πολλές συζητήσεις δέχτηκαν όλοι την προσφορά γιατί έτσι θα μπορούσε να τελειώσει η εκκλησία του Αγίου όπως και έγινε, εκεί τοποθέτησαν το σώμα του Αγίου. Σε  μία εσωτερική διαμάχη, απεσταλμένος του Σουλτάνου Οσμάν Πασάς καίει το ιερό λείψανο προς εκδίκηση των Χριστιανών. Το Ιερό σώμα οι Τούρκοι το είδαν να παίρνει κίνηση μέσα στη φωτιά. Έντρομοι εγκαταλείπουν το έργο τους και φεύγουν. Μετά  την αποχώρησή τους οι Χριστιανοί μέσα στις στάχτες βρήκαν ολόκληρο το  ιερό σώμα μυρωμένο, αλλά μαυρισμένο από την φωτιά.
Τον τιμά όλη η Καππαδοκία
Ο Άγιος έζησε με εγκράτεια, αγνότητα, νηστεία και προσευχή δόξασε το Θεό ανάμεσα σε Χριστιανούς και αλλόπιστους και ο Θεός του απάντησε δοξάζοντάς τον στον ουρανό και στη γη. Μπροστά από την Λάρνακα που είναι το Άγιο του σώμα περνούν και θεραπεύονται Έλληνες, Τούρκοι, Αρμένιοι, Εβραίοι και όποιοι άλλοι πίστευαν σε αυτόν.
Μεταφορά του Ιερού Λειψάνου στην Ελλάδα
Η συμπαιγνία των Μεγάλων δυνάμεων και τα λάθη των Ελλήνων έγιναν αιτία το 1922 να ξεκληριστούν οι Έλληνες στην καταστροφή της Σμύρνης. Τον επόμενο χρόνο το 1923 υπογράφεται η Συνθήκη της Λωζάννης για την ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας-Τουρκίας. Οι Καππαδόκες αναγκάστηκαν να φύγουν αφήνοντας πίσω τους ολόκληρη τη ζωή τους και όχι μόνο.  Αυτά που δεν άφησαν ήταν τα ιερά λείψανα των Αγίων, τις εικόνες και τα κειμήλια από τις οικίες και τις εκκλησίες τους. Οι Προκοπιείς φεύγοντας θέλησαν να πάρουν μαζί τους και το σκήνωμα του Αγίου. Οι Τούρκοι μαθαίνοντας για την ανταλλαγή πρόλαβαν και κλείδωσαν όλες τις εκκλησίες ενώ έβαλαν ανθρώπους να τις φυλάνε, οι Προκοπιείς έπρεπε να βρουν τρόπο να πάρουν το σκήνωμα.
Κάποιος πατριώτης Προκοπιανός, σιδεράς στο επάγγελμα που είχε δουλέψει στην εκκλησία γνώριζε μία  πόρτα πλαϊνή την οποία είχε φτιάξει εκείνος και ένα βράδυ μαζί με άλλους πατριώτες, πήραν το σκήνωμα του Αγίου το τύλιξαν σ’ ένα χαλί το έβαλαν σε μία λάρνακα και από πάνω έβαλαν βιβλία παλιά (έτσι τον πέρασαν και μπροστά από τους Τούρκους όταν μπήκαν στο καράβι και ξεκίνησαν για το δύσκολο ταξίδι). Από το Προκόπι με πολλές ταλαιπωρίες έφθασαν στην Μερσίνα, εκεί έφθασαν όλοι οι Καππαδόκες όπου επιβιβάσθηκαν σε πλοία σ’ ένα από αυτά στο Βασίλειος Δεστούνης μπήκαν Προκοπιείς και αυτοί που μετέφεραν τον Άγιο, τον οποίο τοποθέτησαν στο αμπάρι του πλοίου χωρίς να γνωρίζει τίποτα κανένας. Το πλοίο ξεκινά για την Ελλάδα με θάλασσα ήρεμη, στη μέση της διαδρομής το πλοίο σταματά χωρίς να υπάρχει καμία αιτία, όλοι αναρωτιούνται τι συμβαίνει, ο καπετάνιος καλεί τους Δημογέροντες και μαθαίνει πως στο αμπάρι του πλοίου έχουν βάλει με την λάρνακα τον Άγιο την ανοίγουν την  και βλέπουν ότι Άγιος είχε γυρίσει μπρούμυτα, τον ανεβάζουν στο κατάστρωμα κάνουν λειτουργία και το καράβι ξεκινά για το Πειραιά. Ο Άγιος μεταφέρεται σε μια εκκλησία του Πειραιά και αργότερα στη Χαλκίδα. Όταν οι Προκοπιείς εγκαταστάθηκαν στο Προκόπιο της Εύβοιας (από τους οποίους πήρε και τ’ όνομά του, παλαιά ονομαζόταν Αχμέταγα από ένα Τούρκο Αγά που είχε ολόκληρη την περιοχή),εκεί, οι Προκοπιείς έκτισαν εκκλησία αφιερωμένη στο όνομα του Αγίου το 1930 (πιστό αντίγραφο της εκκλησίας του Προκοπίου Καππαδοκίας) και αφού τελείωσε μετέφεραν εκεί το Ιερό Λείψανο όπου βρίσκεται και σήμερα δίνοντας ανακούφιση, παρηγοριά και βοήθεια σε όσους την χρειάζονται.
Απολυτίκιο του Αγίου
Εκ γης ο καλέσας σε προς ουρανίους μονάς τηρεί και μετά θάνατον αδιαλώβητον το σκήνον σου Όσιε. Συ γαρ εν  τη Ασία ως αιχμάλωτος ήχθης και ωεικειώθης τω Χριστώ Ιωάννη. Αυτόν ουν ικέτευε σωθήναι τας ψυχάς ημών.
Παπαρίδου- Καπετανίδου Βάσω
Τέως πρόεδρος του Σωματείου Προκοπιέων Καππαδοκίας Μ Ασίας Αθηνών.
Πηγή: mikrasiatis.gr

Τετάρτη, 25 Μαΐου 2016

Μυθιστόρημα «Το “Νιλουφέρ”» (εκδόσεις Ιωλκός, 2016) του Νίκου Καζατζόπουλου
Το «Νιλουφέρ» ήταν το ατμόπλοιο που μετέφερε τους κατοίκους από τα παράλια της Προποντίδας και της Βιθυνίας (Κίος, Τρίγλια, Ελιγμοί, Μουδανιά) και το μόχθο τους (λάδι, σταφύλια, σύκα, μεταξωτά) στην αρχόντισσα Πόλη.
Ήταν, όμως, και το καΐκι που έμελλε να σεργιανίσει τα ξεριζωμένα σώματά τους στις νέες και αφιλόξενες γι’ αυτούς πατρίδες μετά την Καταστροφή.
Είναι το πλοίο που εκτίθεται μισοβουλιαγμένο και τσακισμένο σ’ έναν όρμο του Κορινθιακού Κόλπου, για να πιστοποιεί και να αποτελεί το αποδεικτικό στοιχείο της εξιστόρησης μιας συγκλονιστικής διαδρομής 100 και πλέον χρόνων των πρωταγωνιστών και των απογόνων τους, που με ανυπέρβλητες δυσκολίες, αλλά με χαμόγελο και ρυθμό σμυρναίικο, ύφαιναν μια νέα ζωή.
Πηγή: mikrasiatis.gr

Κυριακή, 8 Μαΐου 2016

Στις 8 Μαΐου η Εκκλησία μας γιορτάζει τη Σύναξη της αγίας κόνεως της εκπορευομένης εκ του τάφου του Ιωάννου του Θεολόγου (η μνήμη του εορτάζεται στις 26 Σεπτεμβρίου). Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, ο αγαπημένος μαθητής του Κυρίου, είναι εκείνος που έγραψε το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, αλλά και τις τρεις Καθολικές Επιστολές, που φέρουν το όνομά του. 

Η Σύναξη

Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, αφού προέβλεψε, ύστερα από Θείο φωτισμό, ότι επρόκειτο να μεταστεί από την παρούσα ζωή στην αιώνια και ατελεύτητη, παρέλαβε τους μαθητές του και βγήκε έξω από την Έφεσο. Εκεί σε ένα σημείο υπέδειξε να ανοιχθεί τάφος. Μόλις έγινε αυτό, μπήκε μέσα ζωντανός και κοιμήθηκε με ειρήνη. Ο τάφος αυτός εφεξής έγινε πηγή ιαμάτων.

Ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος είναι Προστάτης του Πολιτιστικού μας Συλλόγου και σε αυτόν είναι αφιερωμένο το παρεκκλήσι στα κοιμητήρια του Κωνσταντινάτου. Δείτε φωτογραφίες από την εκδήλωση εορτασμού του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στις 7-5-2016 στο Κωνσταντινάτο:

























Τετάρτη, 4 Μαΐου 2016


Ο Μάης είναι ο μήνας που η φύση οργιάζει. Τα λουλούδια έχουν την τιμητική τους και τα πουλιά έχουν ήδη επιστρέψει. Οι κοπέλες από τα χαράματα έβγαιναν στον κάμπο για να μαζέψουν αγριολούλουδα και στάχια για να κάνουν τα μαγιάτικα στεφάνια. Τα στεφάνια αυτά τα κρεμούσαν στην εξώπορτα του σπιτιού τους. Τα κρατούσαν μέχρι τη γιορτή του Ιωάννη του Προδρόμου, τον Ιούνιο. Τότε το έκαιγαν στις φωτιές που άναβαν την ημέρα εκείνη στις γειτονιές.

Οι κάτοικοι παρέες-παρέες πήγαιναν έξω στη φύση σε όμορφες περιοχές, και γιόρταζαν με φαγητά, χορούς και τραγούδια.
Στις κοπέλες που ήταν σε ηλικία γάμου εύχονταν «άντε, και με ένα ταίρι». Τα παιδιά τραγουδούσαν: «Πρωτομαγιά τα λούλουδα γιορτάζουν και τα πουλιά τα ταίρια τους φωνάζουν. Τραγουδούν τον Μάη-Μάη γύρω στα κλαδιά, Μάη χρυσομάη, Μάη με δροσιές. Παιδάκια περπατούν, χέρι με χέρι και λούλουδα πρωτομαγιάς κρατούν στο χέρι».

Επιμέλεια: Μαίρη Καλαμάρη (από αφηγήσεις της Στέλλας Καλαμάρη)