Τετάρτη, 31 Μαΐου 2017


Στο Ναστραντίν Χότζα είχαμε αναφερθεί και παλαιότερα (Ο Ναστραντίν Χότζας και τα παραμύθια από τη Μ. Ασία που έχουμε ακούσει όλοι). Ο Ναστραντίν Χότζας είναι γνωστός στο Κωνσταντινάτο σαν ένας κουτοπόνηρος ήρωας διασκεδαστικών λαϊκών παραμυθιών τα οποία έφεραν οι πρόγονοί μας από τη Μικρά Ασία. Παρακάτω μπορείτε να διαβάσετε τις πιο γνωστές ιστορίες του Ναστραντίν Χότζα στο Κωνσταντινάτο.

Το ξύλο των καμηλιέρηδων
Μια μέρα ο Ναστραντίν Χότζας είχε ανέβει στην κορυφή ενός δέντρου κρατώντας ένα τσεκούρι και άρχισε να κόβει τον κορμό. Καθώς έκοβε, πέρασε ένας άνθρωπος και του λέει:
- Έι ΝαστραντίνΧότζα , τι κάνεις εκεί;
- Κόβω ξύλα.
- Καλά, κόβεις το ξύλο που πατάς; Θα πέσεις.
- Α όχι, δε θα πέσω.

Ο άνθρωπος έφυγε κι ο Ναστραντίν Χότζας συνέχισε το ξύλο. Και ξαφνικά έπεσε στο χώμα μαζί με το ξύλο! Κατευθείαν έτρεξε να προφτάσει τον άνθρωπο που πριν λίγο είχε δει. Μόλις τον έφτασε του λέει:
- Ει, ει, γύρνα πίσω.
- Τι συμβαίνει;
- Εσύ εφόσον ήξερες ότι θα πέσω, ξέρεις και πότε θα πεθάνω!
- Τι είναι αυτά που λες, άνθρωπέ μου; Αυτό που είπα ήταν το λογικό. Δεν χρειαζόταν να το μαντέψω.
- Όχι, αποκλείεται! Ξέρεις, πες μου! 
- Εντάξει τότε. Αφού επιμένεις, θα σου πω. Πήγαινε φόρτωσε το γάιδαρο με βρεγμένη άμμο από το ποτάμι και πήγαινε το γάιδαρο να ανέβει το βουνό. Όσες φορές κλάσει ο γάιδαρος, σε τόσες μέρες θα πεθάνεις.
- Εντάξει.

Και ο Ναστραντίν Χότζας πήγε και φόρτωσε το γάιδαρο με άμμο και από εκεί και πάνω όσες φορές ο γάιδαρος έκλανε αυτός τις μετρούσε. Ο γάιδαρος έκλασε  σαράντα φορές. Κι αυτός μέχρι να περάσουν οι σαράντα μέρες έκανε προετοιμασίες. Έσκαψε τον τάφο του κι όταν πλησίαζαν οι μέρες, πήγε και ξάπλωσε στον τάφο και περίμενε να πεθάνει. Το βράδυ μόλις σουρούπωσε, άκουσε κάτι θορύβους που προέρχονταν από κάρα με καμήλες, τα οποία περνούσαν κάτω από το νεκροταφείο και κουβαλούσαν υαλικά και στάμνες. Ο Ναστραντίν ξεπρόβαλε για να δει τι γίνεται και βγαίνοντας τρόμαξε τις καμήλες. Οι καμήλες πανικοβλήθηκαν κι άρχισαν να χοροπηδάνε προς τα κάτω και σπάσανε όλο το φορτίο. Τότε, τον έπιασαν οι καμηλιέρηδες και τον ξυλοκόπησαν. Μετά από αυτό ο Νασρταντίν Χότζας πήγε στο χωριό του. Μόλις τον είδαν οι χωριανοί άρχισαν να τον ρωτάνε:
- Καλά Ναστραντίν, εσύ δεν πέθανες; Για πες μας, τι έχει στον άλλο κόσμο;
- Αφήστε τα, παιδιά. Στον άλλο κόσμο δίνουν πολύ ξύλο!

Η τεμπελιά του Ναστραντίν
Ο Ναστραντίν Χότζας ήταν γνωστός, πέρα από την κουτοπονηριά, και για την τεμπελιά του. Έτσι, μια μέρα που βαριόταν πολύ να πάει και να ταΐσει το γάιδαρό του, λέει στη γυναίκα του:
- Γυναίκα, πήγαινε να ταΐσεις εσύ το γάιδαρο.
- Όχι, δεν πάω. Κι εγώ βαριέμαι.

Για να αποφασίσουν, λοιπόν, ποιος θα πάει να ταΐσει το γάιδαρο συμφώνησαν ότι θα πάει όποιος μιλήσει πρώτος. Φεύγει, λοιπόν, η γυναίκα του Ναστραντίν από το σπίτι για μια δουλειά κι εκείνος μένει μόνος στο σπίτι. Κάποια στιγμή τον πλησιάζει η υπηρέτρια κρατώντας μια κατσαρόλα με τραχανά κι επειδή τον είδε χωρίς το καπέλο του άρχισε να τον ρωτάει πού είναι το καπέλο. Εκείνος για να μη μιλήσει, αφού αυτό ήταν το στοίχημα που είχε βάλει με τη γυναίκα του, προσπαθούσε να της εξηγήσει 
με νοήματα πού είναι το καπέλο του. Για κακή του τύχη, όμως, η υπηρέτρια δεν καταλάβαινε, μπερδεύτηκε και του έριξε τον τραχανά επάνω στο κεφάλι του. Και πάλι όμως ο Ναστραντίν δεν έβγαλε μιλιά! Μετά από λίγο μπαίνει στο σπίτι η γυναίκα του και βλέποντάς τον σε κακό χάλι, αναφώνησε: 
- Αμάν Ναστραντίν Χότζα! Τι έπαθες!
Και τότε πια μίλησε κι ο Ναστραντίν Χότζας:
- Εμπρός, γυναίκα! Πήγαινε εσύ τώρα να ταΐσεις το γάιδαρο.

Ο Ναστραντίν κι ο γάιδαρος
Μια φορά ο Ναστραντίν Χότζας αγόρασε ένα γαϊδουράκι και είπε:
- Αυτό το γαϊδουράκι θα το μάθω να μην τρώει. Θα το κλείσω μέσα και δε θα του δίνω φαΐ. Να δούμε: θα ζήσει ή όχι;

Έτσι, το ίδιο βράδυ δεν του έδωσε να φάει. Την άλλη μέρα δεν του έδωσε να φάει. Το άλλο βράδυ δεν του έδωσε. 
- Α, μάλιστα. Ζει τελικά και χωρίς φαΐ. Το έμαθα το γαϊδουράκι μου να μην τρώει.

Τέσσερις μέρες δεν το τάιζε το γαϊδουράκι. Την πέμπτη μέρα το βρήκε ψόφιο.
- Α, κρίμα! Μόλις συνήθισε να μην τρώει, ψόφησε! Τι θα κάνω τώρα;

Ο Ναστραντίν κοροϊδεύει τους συγχωριανούς του
Ένα πρωί ο Ναστραντίν Χότζας πήγε στο καφενείο στην πλατεία του χωριού δείχνοντας ότι είχε μεγάλη στεναχώρια. Οι συγχωριανοί του που ήταν εκεί άρχισαν να τον ρωτάνε:
- Τι έπαθες βρε Ναστραντίν Χότζα; Γιατί είσαι έτσι;
- Αφήστε τα, παιδιά. Πέθανε η μάνα μου και δεν έχω λεφτά για να τη θάψω.
- Μη στεναχωριέσαι. Θα σου δώσουμε εμείς τα λεφτά για να τη θάψεις.

Κατευθείαν οι συγχωριανοί του μάζεψαν χρήματα και του τα έδωσαν. Εκείνος, όταν έφτασε στο σπίτι, είπε στη μάνα του:
- Μάνα, βάλε τα καλά σου ρούχα και πήγαινε στην πλατεία για να σε δούνε όλοι και να πάρεις νερό με τη στάμνα από τη βρύση. 

Έτσι, η μάνα του Ναστραντίν Χότζα έβαλε τα «καλά» της και πήγε στην πλατεία να πάρει νερό. Μόλις την είδαν οι συγχωριανοί θύμωσαν, αφού κατάλαβαν ότι ο Ναστραντίν Χότζας τους κορόιδεψε για να τους πάρει χρήματα.

*Αν γνωρίζετε και άλλες ιστορίες του Ναστραντίν Χότζα που να είναι γνωστές στο Κωνσταντινάτο, μπορείτε να μας τις στείλετε μέσω email ώστε να τις αναρτήσουμε.

Επιμέλεια: Γιάννα Τάνσαρλη

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου