Τετάρτη, 15 Νοεμβρίου 2017


Μιχαλίτσι
Σημαντική κωμόπολη, στο μέσον ενός απέραντου κάμπου που ποτιζόταν από πέντε ποτάμια, 60 χιλιόμετρα δυτικά της Προύσας. Το Μιχαλίτσι δημιουργήθηκε κατά τη Βυζαντινή περίοδο με την ονομασία Μιχαλίκιον, κοντά στα ερείπια της αρχαίας Μιλητουπόλεως. Η ονομασία «Μιχαλίτσι» προκύπτει από τον Μιχαήλ Μπέη που κατέλαβε το χωριό στα 1342 με εντολή του σουλτάνου Ορχάν.
Το Μιχαλίτσι αποτελούσε έδρα καζά (νομού), σπουδαίο εμπορικό και πολιτιστικό κέντρο, αξιόλογο συγκοινωνιακό κόμβο που ένωνε την Προύσα με την Πάνορμο και την Κύζικο, καθώς και σημείο αναφοράς για 17 ελληνικά χωριά (π.χ. Πιστικοχώρια, κ.α). Ο ελληνικός πληθυσμός της κωμόπολης (3.500 ή 6.870, από δύο διαφορετικές πηγές) αποτελούνταν από τους γηγενείς κατοίκους που ήταν τουρκόφωνοι και από τους έποικους που μιλούσαν την ελληνική (Μάνη, Θεσσαλία, νησιά). Οι Έλληνες στο Μιχαλίτσι ήταν συγκεντρωμένοι σε δύο συνοικίες, στην επάνω «γιουκαρί μαχαλέ» και στην κάτω «ασαά μαχαλέ».

Εκκλησιαστικά υπαγόταν στην Μητρόπολη Νικαίας (έδρα: Κίος), διέθετε δύο μεγάλους ναούς, του Αγίου Δημητρίου και της Αγίας Παρασκευής, μια μικρή εκκλησία της Παναγίας και δύο παρεκκλήσια της Αγίας Αικατερίνης και του Αγίου Ευστρατίου.
Η ίδρυση των σχολών στο Μιχαλίτσι ανάγεται στις αρχές του 19ου αιώνα. Ο Χατζή Κυριάκος, προερχόμενος από τη Φιλαδέλφεια της Λυδίας, έκτισε δυο νέα σχολεία, ένα κοινό και ένα για ελληνικά μαθήματα, με την ονομασία Κοινή Σχολή Μιχαλιτσίου. Στις αρχές του 20ου αιώνα η ελληνική κοινότητα διατηρούσε νηπιαγωγείο, τετρατάξιο παρθεναγωγείο και επτατάξιο αρρεναγωγείο με 240 συνολικά μαθητές.Την ανώτατη διοικητική αρχή της κοινότητας αποτελούσε η επταμελής εφοροδημογεροντία.
Οι κάτοικοι ασχολούνταν με τη γεωργία (αμπέλια, οπωροφόρα δέντρα, σηροτροφία -το Μιχαλίτσι ήταν γεμάτο από μουριές και τριανταφυλλιές), την κτηνοτροφία (τα γαλακτοκομικά του προϊόντα ήταν ονομαστά), το εμπόριο (ως καταστηματάρχες), το ψάρεμα (στους κοντινούς ποταμούς και στη λίμνη της Απολλωνίαδας). Το Μιχαλίτσι διέθετε, επίσης, ζωηρότατη αγορά που διατηρούσε στενές επαφές με την Προύσα.
Στο Μιχαλίτσι κατέφυγαν χιλιάδες Έλληνες από τα κοντινά χωριά και τα νησιά της Προποντίδας, κατά τη διάρκεια του πρώτου διωγμού (1914-1918). Στις 3 Ιουλίου 1920 ο Ελληνικός στρατός απελευθερώνει την πόλη. Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή (αποχώρησαν από το λιμάνι της Πανόρμου) οι Μιχαλιτσλήδες πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στα Κύργια και το Καλαμπάκι της Δράμας, στη Νέα Ζίχνη και σε όλο το νομό Σερρών, στην Ελευθερούπολη και το Παλαιοχώρι Καβάλας, στη Θεσσαλονικη, την Έδεσσα, την Αθήνα, κ.α.
Η σημερινή ονομασία του οικισμού είναι Karacabey.

Τα προϊόντα της Προύσας 
Η Προύσα γνώρισε ξεχωριστή ακμή ήδη από τον 18ο με 19ο αιώνα καθώς είχε εξελιχθεί σε ένα σημαντικό εμπορικό κέντρο,η πόλη συνδεόταν οδικά με την Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη, ενώ η εμπορική διακίνηση των προϊόντων της γινόταν μέσω του λιμανιού των Μουδανιών με τα οποία συνδεόταν μέσω σιδηροδρόμου και αποτελούσαν το επίνειό της.
Η Προύσα με το μπαμπάκι,τις ελιές,τα σιτηρά,το λάδι,τα φρούτα και τα 'τα λεγόμενα ελληνικά «κιλίμια» της, που τα ύφαιναν σχεδόν αποκλειστικά Ελληνίδες εργάτριες, άκμαζε και αυτή χάρη στο ελληνικό της στοιχείο, σκαρφαλωμένη στην πλαγιά του Βιθυνικού Ολύμπου.
Η πόλη εξελίχθηκε σε σημαντικό σηροτροφικό κέντρο. Στα 52 εργοστάσια παραγωγής μεταξιού δούλευαν πολλές Ελληνοπούλες από την Προύσα και τα γύρω χωριά. Αρκετές γυναίκες της Προύσας ασχολούνταν στα σπίτια τους με την παραγωγή κεντημάτων (υφαντά, μεταξωτά, πετσέτες) τα οποία πουλούσαν στην κλειστή αγορά της Προύσας, που αποτελούσε μικρογραφία της αγοράς της κοντινής Κωνσταντινούπολης.
Όσο για τα υπόλοιπα προϊόντα της, η Βιθυνία είναι ονομαστή για τις μουριές της, ενώ η Προύσα κέντρο των πιο καλών εργοστασίων μεταξωτών.
Και ακόμη: «Ος τις γνωρίζει το πλήθος των αμπελώνων,των καλυπτόντων άπασαν άχρι Νικομηδείας την τερπνοτάτην της Βιθυνίας ακτήν, και ιδίως ός τις εγεύθη των ονομαστών σταφυλών εκείνων, αι οποίαι, υπό το όνομα τσαούσια, κατ' εξοχήν εις τους αμπελώνας τούτους τελεσφορούσιν, εκείνος εννοεί παρ'ευθύς...»
Δεν είναι, λοιπόν, περίεργο που από τέτοια σταφύλια έβγαιναν στα εργοστάσια της Προύσας περίφημα κρασιά, που μερικά θυμίζουν κρασιά της Ισπανίας και,ιδίως, της Μαδέρας. 
Τέλος, αρκετοί Έλληνες της πόλης ήταν έμποροι και καταστηματάρχες στο Μπεζεστένι της Προύσας.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου