Πέμπτη, 21 Σεπτεμβρίου 2017


Κάθε χρόνο ο Σεπτέμβριος μας θυμίζει τα γεγονότα που συντελέστηκαν κατά τη Μικρασιατική Καταστροφή το Σεπτέμβριο του 1922. Τα τραγικά γεγονότα εκείνης της περιόδου αποτυπώνονται με αριστουργηματικό τρόπο στο μυθιστόρημα του λογοτέχνη Ηλία Βενέζη με τίτλο «Το νούμερο 31328», το οποίο πραγματικά αξίζει να διαβάσουμε. 

Ο Η. Βενέζης γεννήθηκε στο Αϊβαλί (Κυδωνίες Μ. Ασίας) το 1904 και «Tο νούμερο 31328» είναι η ίδια η ταυτότητα του συγγραφέα, τότε που παιδί 18 χρόνων (το 1922) οδηγήθηκε από τους Tούρκους στα Τάγματα Εργασίας της Aνατολής. Η οικογένειά του εγκατέλειψε οριστικά τη Μικρά Ασία, ο ίδιος όμως δεν πρόλαβε να επιβιβαστεί στο πλοίο κι έτσι αιχμαλωτίστηκε και εστάλη, μαζί με άλλους 3.000 Αϊβαλιώτες, στα Τάγματα Εργασίας για 14 μήνες. Οι εμπειρίες του από τα εργατικά τάγματα περιέχονται στο «Νούμερο 31328». Ο Βενέζης ήταν ένας από τους μόλις 23 συμπατριώτες του που τελικά επιβίωσαν. Tο βιβλίο-μαρτυρία είναι ένα συγκλονιστικό χρονικό «γραμμένο με αίμα», όπως επεσήμανε ο Bενέζης, γι'αυτό και είναι γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο και με το πραγματικό όνομα του αφηγητή-συγγραφέα. Ο Βενέζης τελικά απελευθερώθηκε κι επέστρεψε στη Μυτιλήνη το 1923.

Πλοκή του μυθιστορήματος-απόσπασμα
Βρισκόμαστε στο φθινόπωρο του 1922. Η Μικρασιατική καταστροφή είχε ήδη συντελεστεί. Οι Τούρκοι κατέλαβαν όλες τις ελληνικές πόλεις της Μικρασίας. Και ανάμεσα σε αυτές και το Αϊβαλί, την γεννήτηρα πόλη του συγγραφέα.
«Ο εχτρός είχε κατεβεί στην πόλη μας, το Αϊβαλί. Και στο λιμάνι είχαν αράξει βαπόρια με αμερικάνικες παντιέρες. Διαταγή: το σάπιο εμπόρευμα — τα παιδάκια κι οι γυναίκες — θα μπαρκέρναν για την Ελλάδα, μα οι άντρες από δεκαοχτώ ίσαμε σαρανταπέντε χρονώ, θα φεύγαν για το εσωτερικό, σκλάβοι στα εργατικά τάγματα.
»Η είδηση έφερε ένα δυνατό τίναγμα στους δικούς μας. Τα εργατικά τάγματα ήταν ένα μακρινό παρελθόν απ΄ τον Μεγάλο Πόλεμο. Είχαν γίνει θρύλος. Χιλιάδες Χριστιανοί είχαν αφήσει στα κάτεργα αυτά τα κόκκαλά τους. Τα δάκρυα στις μητέρες δεν είχαν στερέψει ακόμα.
»Γι' αυτό, στην αρχή, κανένας από τα νιάτα δεν έβρισκε το κουράγιο να παραδοθή. Μα σιγά – σιγά το πήραν απόφαση. Έναν μπόγο στο χέρι. Σαν μαζεύονταν διακόσοι – τρακόσοι άνθρωποι τους στέλναν με συνοδεία στο εσωτερικό.»
Ο συγγραφέας — ακριβώς στο όριο, 18 χρονών — για να γλιτώσει από αυτή τη ζοφερή προοπτική, τον πρώτο καιρό, και μέχρι να φύγουν οι δικοί του, κρύβεται μέρα και νύχτα, στην υπόγεια αποθήκη του σπιτιού τους. Μα ο χρόνος περνά, η διορία τελειώνει και τα τελευταία καράβια πρέπει να αναχωρήσουν για την Μυτιλήνη. Η οικογένεια αποφασίζει να το ρισκάρει, παρόλο που ξέρει ότι ρισκάρει την ζωή του παιδιού της — η ποινή σε αυτούς που προσπαθούν κρυφά να το σκάσουν, είναι ο άμεσος θάνατος. Δωροδοκούν έναν φύλακα του λιμανιού, και προσπαθούν να περάσουν κρυμμένον όπως–όπως, και τον μεγάλο γιό μαζί τους. Αλλά οι στρατιώτες τον ανακαλύπτουν. Τον μεταφέρουν κατευθείαν στην φυλακή της πόλης, και εκεί στοιβαγμένος μαζί με άλλους σαράντα άντρες, θα παραμείνει περιμένοντας από νύχτα σε νύχτα, το θάνατο. Και ο θάνατος φτάνει:
«[Ο αξιωματικόςείναι μπροστά μου. Αισθάνουμαι τα μικρά μου χρόνια απροφύλαχτα. Έτσι στήθος με στήθος. Η ανάσα κόβεται, το χέρι του αξιωματικού απλώνεται να με τραβήξει. Μα την ίδια ακριβώς στιγμή, μια τιποτένια στιγμή, τακ, ο αξιωματικός παραπάτησε απ' το μεθύσι. Γελά. Κάνει προσπάθεια να ισορροπήσει αλλά με την κίνηση τούτη η θέση του αλλάζει κατά δυο πόντους. Δύο τιποτένιοι πόντοι.

Σκλάβοι στα τάγματα εργασίας
»Το χέρι του πέφτει ίσα απάνου στον καπετάνιο, δίπλα μου.
»Ανασαίνω βαθιά. Α, εκεί βαθιά είναι μια σκληρή χαρά, μια τέτοια σκληρή χαρά…»
Οι τελευταίοι που μείνανε στη φυλακή, δεν θα εκτελεστούν. Θα ξεκινήσουν μιαν νύχτα, την ατέλειωτη πορεία τους προς το άγνωστο. Η αποστολή — από τις τελευταίες — αποτελείται από σαράντα τρία άτομα. Αυτήν την ίδια νύχτα, θα τους γδύσουν από όλα τα πράγματα που κουβαλούσαν μαζί τους και από όλα τα ρούχα τους. Ακόμα και από τα παπούτσια τους. Θα μείνουν, μόνο με τα εσώρουχα. Έτσι θα ξεκινήσουν την βασανιστική πορεία προς το εσωτερικό. Καίγουνται από τη ζέστη τη μέρα, παγώνουν από το κρύο το βράδυ. Το πόδια τους, πληγώνονται από το ανώμαλο έδαφος, ξεσκίζονται και ματώνουν, αλλά είναι υποχρεωμένοι να περπατούν. Η πείνα και η δίψα δυναμώνουν το μαρτύριό τους. Όταν βρίσκουν νερό — βούρκους — πέφτουν και πίνουν με μανία. Ο πυρετός και η δυσεντερία έρχεται να αποτελειώσει τους πιο αδύναμους.
Όσοι πέφτουν εξαντλημένοι, σφάζονται με τη λόγχη, ή εγκαταλείπονται να πεθάνουν αβοήθητοι. Φτάνουν, επιτέλους, στο Κιρκαγάτς, την πόλη στην οποία θα δουλέψουν. Έχουν μείνει είκοσι τρεις. Εκεί αρχίζει η σκλαβιά. Υποχρεώνονται να δουλέψουν, να δουλεύουν ασταμάτητα, σε οποιαδήποτε δουλειά, υπάρχει. Ο συγγραφέας ξεφορτώνει σακιά από τον σιδηροδρομικό σταθμό, ξεφορτώνει κάσες με πυρομαχικά, δουλεύει σε οικοδομές, κόβει ξύλα, καθαρίζει σπίτια, ξεχορταριάζει αγρούς, κουβαλάει κουλούρες συρματοπλέγματος, ξεφορτώνει κάρβουνο, σκάβει χαντάκια, σπάει πέτρες, κουβαλάει χαλίκι. Τα ίδια κάνει παντού, στο Κιρκαγάτς, στο Μπακιρκίοι, στο Αξάρ, και τέλος στη Μαγνησά. Για ένα κομμάτι ψωμί μόνο. Και μια πεταμένη γόπα από τσιγάρο.
Στη Μαγνησά, εντάσσεται και τυπικά στα εργατικά τάγματα: «Είμαστε ένα τάγμα εργατικό. "Αμελέ ταμπουρού". Τα τάγματα των στρατιωτικών αιχμαλώτων είναι χώρια από μας. Αυτοί περνούν καλύτερα. Εμείς είμαστε ένα καθαρό τάγμα σκλάβων. […] Το "ταμπούρ" είναι χωρισμένο σε "μπουλούκια" (λόχους). Οι λόχοι σε "μάγγες" (ενωμοτίες). Αρχηγός της κάθε μάγκας, ένας "τσαούς", ένας από τους Έλληνες σκλάβους, που ξέραν τούρκικα και ήταν οι πιο καπάτσοι.»
Παίρνει το πολυπόθητο νούμερο 31328, 14ο Εργατικό Τάγμα. Καταγράφεται πλέον, δηλ. υπάρχει, και δεν είναι εύκολο πια να τον σκοτώσουν ή να τον εξαφανίσουν χωρίς να δώσουν λογαριασμό.
Στο στρατόπεδο της Μαγνησάς, τώρα που εντάχτηκε στα εργατικά τάγματα, οι συνθήκες είναι λίγο καλύτερες. Τρώνε ένα πιάτο κουκιά το βράδυ, και έναν χυλό από αλεύρι και νερό, το πρωί. Τους επιτρέπουν να στείλουν και ένα γράμμα στους δικούς τους. Ωστόσο η δουλειά δεν σταματά. Τώρα δουλεύει στο άνοιγμα δρόμων, σπάει χαλίκι από το πρωί ως το βράδυ αλλά κάνει κάθε άλλου είδους αγγαρεία που θα προκύψει.
Από τη στιγμή που υπογράφηκε η Συνθήκη της Λωζάνης το καλοκαίρι του 1923, άρχισε και η αντίστροφη μέτρηση για το γυρισμό στην Ελλάδα. Μια λέξη υπάρχει στα στόματα όλων: «μπουμπαντελέ» (ανταλλαγή). Πραγματικά η πολυπόθητη μέρα έρχεται. Οι σκλάβοι αφήνονται επιτέλους, ελεύθεροι...

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου