Κυριακή, 13 Μαρτίου 2016


Οι Απόκριες για τους κατοίκους του Κωνσταντινάτου ήταν μέρες χαράς, προσφοράς και γλεντιού. Για τις νοικοκυρές οι Απόκριες ξεκινούσαν από την Τσικνοπέμπτη. Την ημέρα αυτή έσφαζαν κοτόπουλα. Όχι ένα αλλά πέντε-έξι η κάθε μια, ανάλογα με τα μελή της οικογένειάς της. Τα καθάριζαν, τα τσίκνιζαν και τα μαγείρευαν, για να τα καταναλώσουν μέχρι την Κυριακή. Ένα από τα φαγητά που έφτιαχναν, απ΄ αυτά ήταν,  το βραστό κοτόπουλο με πλιγούρι. Από αυτό το φαγητό θα μοίραζαν το Σάββατο το πρωί σε τρία σπίτια του χωριού. Έβαζαν στο πιάτο μια κουταλιά πλιγούρι, πάνω έναν κούπανο (μπούτι κοτόπουλου) κι από πάνω μια φέτα ψωμί. Την Πέμπτη επίσης, έβραζαν το σιτάρι για τα κόλλυβα που θα πήγαιναν στην εκκλησία και στα μνήματα το ψυχοσάββατο. Από το σιτάρι αυτό θα ετοίμαζαν και τον κολυβόζουμο. Μια γλυκιά σούπα με σιτάρι, καρύδια, σταφίδες, ζάχαρη, κανέλα, κύμινο. Τον κολυβόζουμο αυτόν, τον μοίραζαν στα σπίτια της γειτονιάς, το πρωί της παρασκευής, πριν ακόμα ξημερώσει καλά. Τις ημέρες αυτές ετοίμαζαν και τα χαρακτηριστικά «τσρακούδια», για το ψυχοσάββατο. 

Την εβδομάδα της Τυρινής έφτιαχναν πίτες σχεδόν κάθε μέρα, αλμυρές και γλυκές. Και πάλι μοίραζαν στα σπίτια της γειτονιάς, πίτες αυτή τη φορά, το πρωί του Σαββάτου. Το απόγευμα πήγαιναν πάλι στα μνήματα, οι γυναίκες μόνες τους, χωρίς τον παπά. Έπαιρναν μαζί τους πίτες, μια κανάτα νερό και το θυμιατό αναμμένο απ’ το σπίτι. Κάπνιζαν οι δρόμοι του χωριού, θυμούνται οι μεγαλύτεροι.     


Τις ημέρες της Αποκριάς, οι πεθερές, έκαναν δώρο στις αρραβωνιασμένες νύφες τους, ένα ταψί με σκληρό αποκριάτικο χαλβά. Τον στόλιζαν με χρωματιστές  καραμέλες και πορτοκάλια, δεμένα όλα μαζί σε ζελατίνα. Τον πρόσφεραν την ώρα που το ζευγάρι έκανε βόλτα στην πλατεία του χωριού. Μπροστά στον κόσμο! Υπήρχε, δε, ανταγωνισμός ποια θα δώσει το μεγαλύτερο ταψί.
Τα βράδια συνήθιζαν να μασκαρεύονται. Άντρες και γυναίκες, μεγάλες παρέες. Φορούσαν περίεργα ρούχα και είχαν τα πρόσωπα τους καλυμμένα, για να μη τους γνωρίζουν και γυρνούσαν από σπίτι σε σπίτι και διασκέδαζαν.

Την Κυριακή της Τυρινής, μετά τη Θεία Λειτουργία, έστηναν χορό στο προαύλιο της εκκλησιάς με πρώτο τον παπά του χωριού. Ήταν ο χορός της συγχώρεσης. Συμμετείχε όλο το χωριό, άντρες γυναίκες και παιδιά. Ο χoρός ήταν συρτός, ο κόσμος πιασμένος χέρι χέρι σε κύκλο, δηλώνοντας έτσι, την αγάπη και την ομόνοια. Χόρευαν υπό τους ήχους της λίρας, που έπαιζαν νέοι του χωριού. Μετά τους χορούς, οι γυναίκες και τα κορίτσια έκαναν το έθιμο της κούνιας. Κρεμούσαν κούνιες στα δέντρα της πλατείας. Κουνιόντουσαν όλες οι γυναίκες που ήταν εκεί. Θεωρούσαν καλό να κουνηθούν, για να βγάλουν καλές κλώσες. Όποια ανέβαινε στην κούνια έπρεπε να τραγουδήσει το τραγούδι «γαρυφαλλιά μου πράσινη»…

Το απόγευμα μετά τον εσπερινό της Συγχώρεσης, οι γονείς με τα παιδιά, πήγαιναν στους νονούς και τους συγγενείς για να συγχωρεθούν. Αλλά και όλοι, όσοι αντάμωναν στο δρόμο, έλεγαν «συγχωρεμένα». Στα σπίτια έμεναν συνήθως, μόνο οι ηλικιωμένοι, να περιμένουν τους νεότερους, με τα τραπέζια στρωμένα με μεζέδες και ούζο, για να κερνούν. Έτσι ετοιμάζονταν να αρχίσουν τη νηστεία της σαρακοστής. Αυτό το βράδυ το τελευταίο που έτρωγαν ήταν το βρασμένο αυγό.
«κλείνουν το στόμα μας με το αυγό» έλεγαν. Το Πάσχα μετά την Ανάσταση το πρώτο που θα έτρωγαν, ήταν πάλι το κόκκινο αυγό.


Είχαν επίσης και το τριήμερο. Το τριήμερο ήταν η νηστεία των τριών ημερών. Την έκαναν όποιοι μπορούσαν. Από την καθαρά δευτέρα μέχρι την τέταρτη, δεν έτρωγαν τίποτε, μόνο λίγο νερό για να αντέξουν. Την τέταρτη γινόταν λειτουργία, για να κοινωνήσουν (μεταλάβουν). Έφτιαχναν μια κομπόστα με αποξηραμένα φρούτα (ξιαφι το έλεγαν) και το έπαιρναν μαζί τους στην εκκλησία. Την μέρα αυτή έτρωγαν μόνο από αυτό, το ξιαφι.

Επιμέλεια: Μαίρη Καλαμάρη 
(από αφηγήσεις της Στέλλας Καλαμάρη)

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου