Κυριακή, 27 Μαρτίου 2016


Μετά τον ξεριζωμό της Μικρασιατικής καταστροφής, οι κάτοικοι των χωριών γύρω από την λίμνη Απολλωνιάδα στην περιοχή της Προύσας, στα λεγόμενα Πιστικοχώρια, εγκαταστάθηκαν κυρίως στις περιοχές των Σερρών και της Δράμας. Όταν οι 57 οικογένειες (233 κάτοικοι) από το Κωνσταντινίτσι ή Τσατάλαγα, όπως το έλεγαν οι παλιοί, αποφάσισαν να εγκατασταθούν στη περιοχή των Σερρών, τους παραχωρήθηκε η περιοχή που σήμερα είναι το Κωνσταντινάτο. Η πρώτη ονομασία του χωριού, ήταν Σαλ Μαχαλάς (ίσως από τα σαλ). Το 1927 μετονομάστηκε σε Κωνσταντινάτο.

Η περιοχή είχε μόνο τέσσερα τουρκικά σπίτια και ήταν γεμάτη νερά με καλαμιές (έλος). Για να στεγαστούν, κατασκεύασαν καλύβες με την τεχνική «πλοκό». (ξύλα, καρφωμένα σταυρωτά και γεμισμένα με λάσπη και άχυρο). Για σκεπή έβαζαν καλάμια. Για να κυκλοφορούν μέσα στα νερά, κατασκεύαζαν σχεδίες με ξύλα δεμένα με παπύρια (είδος καλαμιάς). Τις σχεδίες αυτές τις ονόμαζαν σαλ. Με τα σαλ αυτά ψάρευαν στον Στρυμόνα και περνούσαν στην απέναντι όχθη. Αργότερα, όταν ήρθε ο εποικισμός, έκανε από ένα σπίτι σε κάθε οικογένεια και κατασκευάστηκαν αποστραγγιστικά έργα (Μπέλιτσα, Παλιομάνα). Πριν γίνουν τα έργα, οι κάτοικοι κουβαλούσαν μόνοι τους χώμα και το έριχναν στις αυλές και τα σπίτια, για να μην έχουν νερά.

Οι πρώτοι κάτοικοι ερχόμενοι εδώ έφεραν μαζί τους τα ήθη και τα έθιμα της πατρίδας τους. Το πρώτο μέλημα τους ήταν να στεγάσουν την εικόνα του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου που έφεραν μαζί τους. Έτσι έκτισαν μια εκκλησία κι αυτή με «πλοκό», που την ονόμασαν Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος. Αργότερα όταν ήταν να κτίσουν την καινούργια εκκλησία συμπεριέλαβαν στη μέση και την παλιά. Ο άνθρωπος (;)  που έκανε την δωρεά για την ανέγερση, έθεσε όρο να ονομαστεί Άγιος Παντελεήμων. Οι κάτοικοι συμφωνήσαν κι έτσι τώρα η εκκλησία του χωριού, ονομάζεται Άγιος Παντελεήμων.

Όταν εγκαταστάθηκαν εδώ συνέχισαν τις ίδιες ασχολίες που είχαν και στην πατρίδα τους. Οι περισσότεροι απέκτησαν κοπάδια με πρόβατα. Είχαν και ένα κοπάδι με αγελάδες που άνηκε σε όλο το χωριό. Κάποιοι συνέχισαν τη σηροτροφία (μεταξοσκώληκες) αλλά την  παράτησαν γρήγορα. Καλλιεργούσαν τα χωράφια τους, έσπερναν σιτάρι, κριθάρι, κρεμμύδια, και γενικά είχαν αυτάρκεια αγαθών. Τα προϊόντα που χρησιμοποιούσαν τα παρασκεύαζαν μόνοι τους. Δεν αγόραζαν σχεδόν τίποτα. Είχαν ζώα από τα οποία έπαιρναν το κρέας τους. Απ' αυτά έφτιαχναν λουκάνικα, καβουρμάδες, τσιγαρίδες, παστό, λίγδα. Τα διατηρούσαν σχεδόν όλο το χρόνο μέσα σε μεγάλα πήλινα δοχεία, τις βατίνες. Από το γάλα έκαναν γιαούρτι, τυρί, βούτυρο. Το δοχείο που χτυπούσαν το γάλα (γιάκιζαν), το έλεγαν γιαϊκι και το ξύλο που το χτυπούσαν το έλεγαν γιαϊκόξυλο. Ήταν ένα ξύλινο, ψηλό και στενό δοχείο. Όλες οι οικογένειες είχαν κότες και εκμεταλλεύονταν το κρέας και τα αυγά τους. Είχαν παραγωγές σιτηρών, απ’ τα οποία πήγαιναν μια ποσότητα στον μύλο για να εξοικονομήσουν το αλεύρι της χρονιάς. Κάθε σπίτι είχε δικό του ξυλόφουρνο και κάθε νοικοκυρά, ζύμωνε το ψωμί της οικογενείας σχεδόν κάθε δέκα μέρες. Έκαναν τραχανάδες και γιουφκάδες. Έψηναν στο σιάτσι (λαμαρίνα πάνω σε κάρβουνα), φύλλα για πίτες, πολλά φύλλα κάθε φορά για να τα έχουν έτοιμα για τις πίτες τους. Έφτιαχναν το πλιγούρι που θα χρειάζονταν όλη τη χρονιά. Έβραζαν το σιτάρι πολύ καλά και το άπλωναν πάνω σε σεντόνια, στην αυλή για να στεγνώσει. Συνήθως έβαζαν κι ένα παιδάκι να κουνάει ένα σχοινί που ήταν δεμένο σε ένα δέντρο, για να διώχνει τις κότες. Ανάλογα με την εποχή, καλλιεργούσαν και τα ανάλογα λαχανικά. Σε κάθε σπίτι υπήρχε και ένας μικρός οπωρώνας για τα φρούτα. Οι ασχολίες του σπιτιού (και όχι μόνο) ήταν αποκλειστικότητα των γυναικών. Και με λίγα υλικά, είχαν την οικογένεια χορτάτη, καθώς ήξεραν να εκμεταλλεύονται τα προϊόντα που προσφέρει η φύση. Έτσι μάζευαν άγρια φρούτα όπως, κορόμηλα (αγραύλα), βατόμουρα (βάτσινα), σύκα, καρύδια, μάζευαν άγρια χόρτα όπως τα ραδίκια, μανιτάρια, σαλιγκάρια (σφάλαγκες). Στα ποτάμια ψάρευαν γουλιανούς, γριβάδια και ιταλικά και μάζευαν καβούρια. Το καλοκαίρι παρασκεύαζαν σάλτσα ντομάτας από τις ντομάτες που έσπερναν. Τις καθάριζαν και τις έβραζαν με τις ώρες σε μεγάλα καζανιά, μέχρι να γίνει πελτές. Μετά τη σάλτσα τη διατηρούσαν σε βατίνες.

Οι γυναίκες φορούσαν στο κεφάλι τους μαντήλα. Η καθημερινή μαντίλα ήταν άσπρη που στην άκρη έπλεκαν μια μικρή δαντελίτσα (με τσιπιλούδια). Την έλεγαν «τζαπαντάνα». Οι άντρες φορούσαν στο κεφάλι την «τραγιάσκα». Όταν αργότερα οι νεότεροι, σταμάτησαν να φοράνε τις βράκες, φορούσαν ένα παντελόνι με τετράγωνο καβάλο, που το έλεγαν «γκιλότα».


Την κουνιάδα την φώναζαν «πούλα», τη συννυφάδα «συμφώ», τον παππού «πάππου», τη γιαγιά «μανάκα», τη μεγάλη γιαγιά «μπάμπω» και τη μεγαλύτερη στο χωριό, η οποία ήξερε διάφορα γιατροσόφια και ήταν και η μαμή, την φώναζαν «νινέ».

Επιμέλεια: Μαίρη Καλαμάρη (από αφηγήσεις της Στέλλας Καλαμάρη)

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου