Πέμπτη, 28 Απριλίου 2016

Με το που έμπαινε η μεγάλη Σαρακοστή, στα χείλη όλων των γυναικών κυρίως, ήταν «το τραγούδι του Χριστού». Το τραγουδούσαν είτε μόνες τους κάνοντας τις δουλειές του σπιτιού, είτε ομαδικά στα χωράφια στις αγροτικές εργασίες της εποχής. Η κορύφωση ήταν το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης και κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Παρασκευής, που η πλειοψηφία των γυναικών ξενυχτούσε τον Εσταυρωμένο και παραστέκονταν τον Επιτάφιο, τραγουδώντας αδιαλείπτως το συγκεκριμένο τραγούδι, το οποίο από στόμα σε στόμα πέρασε στις νεότερες γενιές και έφτασε μέχρι και τις μέρες μας. Το «τραγούδι του Χριστού» ήταν το παρακάτω:

Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα,
σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λιπιόνται.
Σήμερα βάλανε βουλή οι άτιμοι Οβραίοι,
οι άτιμοι και τα σκυλιά και οι τρεις καταραμένοι,
για να σταυρώσουν το Χριστό, τον Παντοβασιλέα.
Η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν μοναχή της,
τας προσευχάς της έκανε για το Μονογενή της.
Φωνή τής ήρθε εξ’ ουρανού και απ’ αρχαγγέλου στόμα:
«Φτάνουν Κυρά μου οι προσευχές, φτάνουν και οι μετάνοιες.
Το γιο σου τον επιάσανε οι άτιμοι Οβραίοι,
οι άτιμοι και τα σκυλιά και οι τρεις καταραμένοι.
Σαν κλέφτη τον επιάσανε και σαν φονιά τον πάνε
και εις του Πιλάτου τας αυλάς, εκεί τον τυρρανάνε».
Και η Παναγιά σαν τ’ άκουσε έπεσε και λιγόθει.
Στάμνες νερό της ρίξανε, τρία κανάτια μόσχο
Τέσσερα μυροδόσταμνα ώσπου να συνεφέρει.
Σαν πείρε και συνέφερε, αυτό το λόγο λέει:
«Τώρα θα διω τους φίλους μου, θα διω και τους εχθρούς μου.
Όποιοι λυπούνται το Χριστό, να τρέξουνε μαζί μου».
Η Μάρθα και η Μαγδαληνή και του Λαζάρου η μάνα
και του Ιακώβου η αδελφή και οι τέσσερις αντάμα.
Παίρνουν το δρόμο το δρομί, δρομί το μονοπάτι.
Το μονοπάτι τις έβγαλε στου τσίγγανου την πόρτα.
 -«Καλημέρα σου μάστορα, τι είναι αυτό που κάνεις»;
 -«Εβραίοι με παραγγείλανε τρία καρφιά να κάνω,
μα εγώ για το χατίρι τους, βαρώ και κάνω πέντε.
Ρε Φαραγέ που τα ‘κανες, πρέπει να μας διδάξεις.
Βάλτε τα δυο στα πόδια του, τ’ άλλα τα δυο στα χέρια
και το πέμπτο τα φαρμακερό, βάλτε το στην καρδιά του,
να τρέξει αίμα και νερό, να λιγοθεί η καρδιά του».
Και η Παναγιά σαν τ’ άκουσε, έπεσε και λιγόθει.
Στάμνες νερό της ρίξανε, τρία κανάτια μόσχο,
τέσσερα μυροδόσταμνα ώσπου να συνεφέρει.
Σαν πείρε και συνέφερε, αυτό το λόγο λέει:
«Άντε βρε παλιοτσίγγανε, ψωμί να μην χορτάσεις
και στάχτη στη γωνίτσα σου ποτέ να μην μπουτάξεις».
Παίρνουν το δρόμο το δρομί, δρομί το μονοπάτι.
Το μονοπάτι τις έβγαλε εις του ληστού την πόρτα.
«Άνοιξε πόρτα του ληστού και πόρτα του Πιλάτου».
Και η πόρτα από το φόβο της ανοίγει μοναχή της.
Τηρά δεξιά, τηρά ζερβά, κανέναν δε γνωρίζει.
Τηρά και δεξιότερα, τον Άι Γιάννη γνωρίζει.
Τον Άι Γιάννη γνώρισε, τον Άι Γιάννη ρωτάει:
-«Αφέντη Άι Γιάννη μου, που βάπτισες το γιο μου,
μην είδες τον υγιόκα μου και τον διδάσκαλό σου»;
-«Δεν έχω στόμα να σου πω, γλώσσα να σου μιλήσω,
δεν έχω χεροπάλαμο να σου Τον εδείξω».
-«Σου δίνω στόμα να μου πεις, γλώσσα να μου μιλήσεις,
σε δίνω χεροπάλαμο για να μου Τον εδείξεις».
-«Τον βλέπεις Εκείνον το γυμνό, τον παραπονεμένο,
όπου φορεί στην κεφαλή αγκάθινο στεφάνι,
όπου φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο;
Εκείνος είναι ο γιόκας σου και ο διδάσκαλός μου».
Και η Παναγιά σαν τ’ άκουσε, έπεσε και λιγόθει.
Στάμνες νερό της ρίξανε, τρία κανάτια μόσχο.
Τέσσερα νεροδόσταμνα, ώσπου να συνεφέρει.
Σαν πείρε και συνέφερε, κοντά του πλησιάζει.
-«Δεν μου μιλάς παιδάκι μου, δεν μου μιλάς παιδί μου».
-«Τι να σου πω μανούλα μου που διαφορό δεν έχω».
Ζητά γκρεμό να γκρεμιστεί, φωτιά να πάει να πέσει.
Ζητάει αργυροψάλιδο να κόψει τα μαλλιά της.
  -«Μάνα μ’ κι αν πέσεις στο γκρεμό, γκρεμιέται όλος ο κόσμος,
μάνα μ’ κι αν κόψεις τα μαλλιά, τα κόβει όλος ο κόσμος,
μάνα μ’ κι αν πέσεις στη φωτιά, καίγεται όλος ο κόσμος.
Λάβε κυρά μου υπομονή, λάβε κυρά μου ανάσα».
-«Μα πώς να λάβω υπομονή, μα πώς να λάβω ανάσα,
έναν υγιό μονογενή κι Εκείνος σταυρωμένος».
-«Πάνε μάνα μου στο σπίτι μας, πάνε στο αρχοντικό μας.
Βάλε κρασί στο μαστραπά και αφράτο παξιμάδι
και κάτσε και μακάρισε να βρει όλος ο κόσμος.
Να το βρουν μάνες για παιδιά και τα παιδιά για μάνες.
Να το βρουν και οι νιόπαντρες, με τους καλούς τους άντρες.
Μάνα μ’ το Μέγα Σάββατο, κοντά το μεσονύχτι,
όταν λαλήσουν πετεινοί, σημαίνουν οι καμπάνες,
σημαίνει η γης και ο Θεός, σημαίνουν τα ουράνια,
σημαίνει κι Αγιά Σοφιά, με τρεις χρυσές καμπάνες.
Τότε και συ μανούλα μου, να ‘χεις χαρές μεγάλες.
Όποιος το λέει σώζεται και όποιος τ’ ακούει αγιάζει
και όποιος το καλοαφκρίζεται, Παράδεισο θα λάβει.
Παράδεισο και λίβανο από τον Άγιο Τάφο».

Πηγή: Οι Κωνσταντινάτοι, το Κωνσταντινάτο και ο Ιερός Ναός του Αγίου Παντελεήμονα, Ιωάννης Αθ. Γκόγκος, 2014

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου