Κυριακή, 24 Απριλίου 2016

Οι ετοιμασίες για το Πάσχα ξεκινούσαν καιρό πριν στο Κωνσταντινάτο. Οι νοικοκυρές έπρεπε να είχαν τελειώσει με τις δουλειές του σπιτιού (ασβεστώματα, καθαρίσματα, κλπ) πριν τη Μεγάλη Εβδομάδα. Η Μεγάλη Εβδομάδα ήταν αφιερωμένη στα Πάθη του χριστού. Όλοι παρακολουθούσαν τις Ακολουθίες στην εκκλησία. Από την Κυριακή των Βαΐων στην εκκλησία κρεμούσαν μαύρες κορδέλες κι ο παπάς ήταν κι αυτός ντυμένος στα μαύρα. Αλλά και οι γυναίκες φορούσαν μαύρα όλη την Εβδομάδα συμμετέχοντας, έτσι, στο πένθος. Ακόμα και οι άντρες έμεναν αξύριστοι και στα καφενεία δεν έπαιζαν χαρτιά από τη Μ. Πέμπτη μέχρι την Ανάσταση. Κρεμούσαν τον «φάντη», χαρτί της τράπουλας που συμβόλιζε τον Ιούδα.

Τη Μεγάλη Πέμπτη τα χαράματα οι νοικοκυρές ξεκινούσαν το βάψιμο των αυγών. Πριν αρχίσουν το βάψιμο, κρεμούσαν στην πόρτα ένα κόκκινο πανί το όποιο συμβόλιζε το αίμα του Χριστού και άναβαν φωτιές ώστε με τον καπνό να βοηθήσουν τον Χριστό να «κρυφτεί» από αυτούς που τον καταδίωκαν. Τη βαφή την κρατούσαν για εφτά συνεχόμενες Πέμπτες κι έβαφαν αυγά. Το βράδυ στην εκκλησία το κλίμα ήταν κατανυκτικό. Συνήθιζαν να κρεμούν στεφάνια με λουλούδια και πετσέτες στον Εσταυρωμένο. 

Από την ώρα της Αποκαθήλωσης μέχρι και την ώρα που αρχίζει η ακολουθία του Επιτάφιου η καμπάνα χτυπά πένθιμα. Οι κάτοικοι, κυρίως γυναίκες, έμεναν στην εκκλησία όλη νύχτα για να ξενυχτίσουν τον Χριστό τραγουδώντας το μοιρολόι της Παναγιάς. Το μοιρολόι της Παναγιάς το τραγουδούσαν οι γυναίκες καθ’ όλη τη Μ. Εβδομάδα στα σπίτια τους, ό, τι δουλειά κι αν έκαναν. Πριν ακόμα χαράξει, οι κοπέλες με τα πανέρια έβγαιναν για να μαζέψουν λουλούδια απ’ τις αυλές των σπιτιών. Μετά ξεκινούσαν το στόλισμα του Επιταφίου. Η εκκλησία έμενε ανοιχτή όλη τη μέρα. Ο κόσμος μπαινο-έβγαινε για να χαιρετίσει τον Επιτάφιο. Είχαν τη συνήθεια να περνούν κάτω από τον Επιτάφιο «αρκουδίζοντας», τρεις φορές οι μικροί αλλά και οι μεγάλοι για καλή υγεία. Το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής γινόταν η περιφορά του Επιταφίου σε όλους τους δρόμους του χωριού.

Το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου πήγαιναν στα μνήματα μικροί και μεγάλοι. Εκεί ο παπάς διάβαζε τρισάγιο σε κάθε μνήμα ξεχωριστά. Οι γυναίκες είχαν μαζί τους κόκκινα αυγά, κουλουράκια, ξηρούς καρπούς, καραμέλες και άλλα, τα οποία τα μοίραζαν στα παιδιά αλλά και μεταξύ τους. Τέτοια μέρα πήγαινε η νονά τη λαμπάδα στο βαφτιστικό της (το «δινιξίμι»). Συνήθως έστελναν τα παιδιά στη νονά. Στο πανέρι μαζί με τη λαμπάδα έβαζαν κόκκινα αυγά, κουλούρια, καραμέλες, πορτοκάλια. Λαμπάδα έπαιρνε η νονά στο βαφτιστικό της μέχρι αυτό να παντρευτεί.

Στη λαμπάδα της Ανάστασης έκαιγαν τα παιδιά και οι κοπέλες τον «μάρτη» που φορούσαν. Με την λαμπάδα αναμμένη γυρνούσαν στο σπίτι για να ανάψουν την καντήλα με το Άγιο Φως. Την καντήλα προσπαθούσαν να την κρατήσουν αναμμένη με αυτό το φως για σαράντα ημέρες. Μετά την Ανάσταση κάθονταν όλη η οικογένεια στο τραπέζι. Πρώτα έπρεπε να τσουγκρίσουν από ένα αυγό, να ευχηθούν Χριστός Ανέστη και να το φάνε. Το φαγητό αυτό το βράδυ ήταν η σούπα, για να μπορέσει το στομάχι να προσαρμοστεί πιο εύκολα μετά τη νηστεία. 

Το έθιμο της «δευτερ-Ανάστασης», ανήμερα της Κυριακής του Πάσχα, αναβιώνει και σήμερα. Συγκεκριμένα, μετά την πρωινή Λειτουργία γίνεται περιφορά της Εικόνας της Αναστάσεως σε όλους τους δρόμους του χωριού και οι κάτοικοι που είναι στα σπίτια τους «ρίχνουν» στον αέρα με τα κυνηγετικά τους όπλα όταν περνάει από μπροστά τους η Εικόνα.

Επιμέλεια: Μαίρη Καλαμάρη (από αφηγήσεις της Στέλλας Καλαμάρη)

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου