Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2016


Η παραμονή της πρωτοχρονιάς αρχίζει πάλι με τα κάλαντα των παιδιών το πρωί και των μεγάλων το  βράδυ. Αυτήν την ημέρα συνήθιζαν να ρίχνουν στάχτη γύρω από τα σπίτια τους για να μη μαζεύονται τα μυρμήγκια την άνοιξη. Τέτοια μέρα πήγαινε η νονά το δώρο στο βαφτιστικό της, το «δινιξίμι» όπως το έλεγαν. Μαζί με το δώρο έβαζε πορτοκάλια, καρύδια, κουλουράκια και άλλα. Οι νοικοκυρές από νωρίς ετοίμαζαν τα φαγητά και την βασιλόπιτα. Η βασιλόπιτα δεν ήταν όπως η σημερινή. Την έφτιαχναν συνήθως με τυρί και με φύλλα ψημένα στο «σιάτσι» που τα είχαν έτοιμα από πολύ πριν. Μέσα, εκτός από το κέρμα, έβαζαν σιτάρι, κριθάρι, φασόλι, ένα ξυλάκι από κληματαριά, μια κοτσάλα (=κοτσάνι άχυρου με ρόζο), που το έπαιρναν από το αχούρι (=στάβλο). 

Το βράδυ καθόταν όλη η οικογένεια γύρω από το τραπέζι κι αφού το θυμιάτιζαν, έτρωγαν όλοι μαζί. Μετά το φαγητό ο πατέρας ή ο πάππους, αν υπήρχε, έπαιρνε μπροστά του τη βασιλόπιτα, τη γύριζε τρεις φορές και αφού την σταύρωνε με το μαχαίρι, την έκοβε σε κομμάτια, ονομάζοντάς τα. Το πρώτο για τον Χριστό, το δεύτερο για την Παναγία, για τον Άγιο Βασίλη, για το σπίτι, τα «χαϊβάνια» (=ζωντανά), τα χωράφια και μετά για τα μελή της οικογένειας κατά σειρά ηλικίας. 

Το τραπέζι  της παραμονής  ήταν πλουσιοπάροχο. Εκτός από τα φαγητά, δεν έλειπαν τα φρούτα και οι ξηροί καρποί. Έβαζαν επάνω και ένα πιάτο με σιτάρι απ’ το οποίο έριχναν λίγο το πρωί στο εικονοστάσι για καλή υγεία. Το τραπέζι αυτής της νύχτας έμενε στρωμένο, με το κομμάτι του Άη-Βασίλη, για να έρθει ο Άγιος να φάει και να το ευλογήσει. Για να δουν την τύχη τους πάλι, αλλά και να διασκεδάσουν τα παιδιά, έβαζε ο πατέρας μέσα στο καπέλο του καρύδια και κουνώντας τα περνούσε απ’ τον καθένα και τα μοίραζε. Θεωρούσαν ότι όποιου το καρύδι ήταν γερό και γεμάτο θα ήταν τυχερός τη νέα χρόνια. Κατέβαινε επίσης στο στάβλο κι έκρυβε καρύδια  στο «σάλμα» (=άχυρα), μέσα στο «μπαχνί» (=μέρος που τρώνε τα ζώα). Όποιος ξυπνούσε πρώτος το πρωί, πήγαινε να τα πάρει. Αν τα έβρισκε και ήταν γερά θα του πήγαινε καλά η χρόνια. Συνήθως δεν τα έβρισκαν γιατί τα έτρωγαν τα ζώα. 

Το πρωί της πρωτοχρονιάς ήταν αφιερωμένο στα «κουρτσούδια» (=κοριτσάκια). Μετά  τη Θεία Λειτουργία, ξεκινούσαν για το «ποδαρικό» σε φιλικά και συγγενικά σπίτια. Τα αγοράκια δεν τα άφηναν οι μάνες να πάνε σε αλλά σπίτια αυτό το πρωινό. Προτιμούσαν να πηγαίνουν τα κορίτσια για να φέρουν γούρι στο σπίτι, να γεννούν και να πολλαπλασιάζονται τα αγαθά, όπως τα θηλυκά. Το πρώτο κορίτσι που θα πήγαινε σε  κάποιο σπίτι το έβαζε η νοικοκυρά να καθίσει μπροστά στο τζάκι ή στη σόμπα, πάνω σε ένα «φκάλι» (= σκούπα) για πλούσια αγαθά, όσα τα ξυλάκια της σκούπας. Το κοριτσάκι, κρατώντας τη μασιά και ανακατεύοντας σταυρωτά τα κάρβουνα, επαναλάμβανε διάφορες ευχές για καλά χωράφια, καλά «μοσχαρούδια», καλά «σταρούδια», για γερά «πιδούδια» (=αγοράκια), καλά «κουρτσούδια», καλές κλώσσες και «πλούδια» (=πουλάκια), για πολλά μπερεκέτια κι όποια άλλη ευχή ήθελε η νοικοκυρά. Μετά του έδινε ένα πιάτο με κοτόπουλο και πλιγούρι, το φαγητό της μέρας αυτής, και πήγαιναν στο «κμασι» (=κοτέτσι). Εκεί, ενώ έτρωγε τον «κούπανο» (=μπούτι κοτόπουλου), έριχνε το πλιγούρι στις κότες να φάνε, να γίνουν πολλές, όσες τα σπυριά του πλιγουριού. Στα παιδιά αυτά έδιναν φυσικά και το καλύτερο «μπαξίσι» (=δώρο).

Επιμέλεια: Μαίρη Καλαμάρη (από αφηγήσεις της Στέλλας Καλαμάρη)

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου